Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Άδεια η ψυχή σου...

Επέστρεψες.... Επέστρεψες να κάνεις τι; αλήθεια τι ψάχνεις;
Ματώνεις τις πληγές μου, αυτες που δεν έκλεισαν ποτε... αυτές που δεν άφησες ποτέ να κλείσουν κι ας ήσουν ο μόνος που μπορούσε να το κάνει τότε, φοβήθηκες...
Δε ξέρω τι.... ίσως πια και να μη με νοιάζει... δε ξέρω. Τόσος πόνος, έρωτας, καπου στο βάθος ίσως λίγη αγάπη που δε πρόλαβε να λάμψει... και μετά... μετά τίποτα. Κενό.
Κοιτάω τον ουρανό, το απέραντο του ουρανού, πόσο μικρή αισθάνομαι για ακόμη μια φορα... να φταίει άραγε η νύχτα; Ένα αστεράκι κάπου φαίνεται να έλαμψε, μπα ιδέα μου ήταν... Μαυρίλα πάλι, το φεγγάρι ματωμένο κάπου χαμηλά, ίσα για να ξεχωρίζω τη θαλασσα και... σιγη. Tίποτα δεν έχει μείνει πια. Θα βγω, θα περπατήσω, ίσως καταφέρω να σε ξεχάσω για λίγο.

Δρόμος, στενά, λίγα φωτάκια μονάχα, κάτι πεσμένα δεντρα και κάποια χωρίς την φορεσιά τους, τι τρομακτικά που μοιάζουν... στο βάθος ένα παγκάκι. Χαλασμένο. Εκεί ένας παππούλης με μια μαγκουρίτσα, σκισμένα ρούχα και ξυπόλυτος κάθεται. Φτωχός κι απόμακρος φαίνεται, μοιάζει με την ψυχή κάποιων ανθρώπων, μοιάζει με την ψυχή σου. Κάτι πάνω του με τράβαει, πλησιάζω, τον κοιτώ και βουβά κάθομαι δίπλα του. Χαμογελάω. Δε ξέρω γιατί... απλά χαμογελάω, όσο κι αν πονώ.

-Κορίτσι μου, γυρισε και με κοίταξε, μην κλαις, μη κλαις σε παρακαλω.
Σάστισα. Εγώ χαμογελούσα κι εκείνος... εκείνος μου έλεγε να μη κλαίω. Μα πώς;... Είχε δίκιο όμως... ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου, άγγιξε τα χείλη μου και έπεσε στο χέρι μου και εκεί πέθανε... εκεί χάθηκε το χαμόγελό μου. Γυρίζω τον κοιτάζω...
-Μα..., δε προλαβαίνω να μιλήσω, δε ξέρω τι αλήθεια να του πω, έρχεται πιο κοντά μου, μου πιάνει τα χέρια και ξαφνικά νιώθω ζεστασια, φιλικότητα, κάτι έχει αυτός ο γέρος...
-Μη χάνεις το χαμόγελο σου μικρή μου, με κοιτάει στοργικά, κλάψε, αλλά μη χάσεις ποτέ το χαμογελό σου. Τον κοιτάζω για ακόμη μια φορά με απορία, αλήθεια αυτή τη στιγμή δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα, τίποτα. Κοιτάω και πάλι τον ουρανό, δυο τρία αστεράκι αχνοφαίνονται, ο ουρανός τώρα μοιάζει πιο φιλικός, γυρνάω στον παππούλη να τον ευχαριστήσω για τη παρέα και να φύγω... αλλά... πουθενά, ο γεράκος δε φαίνεται πουθενα... "Παράξενο", σκέφτομαι και εξαφανίζομαι στο τέλος του δρόμου, στρίβοντας για το σπίτι...

Μαυρίλα και πάλι. Μπαίνω βιαστικά στο σπίτι, βουλιάζω στον καναπέ και χάνομαι στις σκέψεις μου, κλαίω για σένα, για σένα που χάθηκες και που επέστρεψες ξαφνικά, κάνοντας πως δεν πέρασε ούτε μια μέρα... και θυμάμαι πάλι τα λόγια εκείνου του ανθρώπου....: "Μη χάνεις το χαμόγελο σου μικρή μου, κλάψε, αλλά μη χάσεις ποτέ το χαμόγελό σου".

7 σχόλια:

Ag'o είπε...

αχ...τι τραβάει κανείς...το χαμόγελο πάντως είναι σημαντική υπόθεση...

KitsosMitsos είπε...

Διήγημα κανονικό. Αυτοβιογραφικό ή μη, σημασία έχει ο τρόπος γραφής.
Καλησπέρα

Menia είπε...

ag'o, σημαντική είναι, αλλά δύσκολα το υιοθετείς πάντα...

kitsosmitsos, καλησπέρα και σε σενα! :)

Δραπέτης είπε...

Γέλα για να ξεχνάς αλλά μη ξεχνάς να γελάς

Xountini είπε...

Αλλόχχαα!
Μενιούλα ακόμη μία φορά πολύ όμορφο κείμενο...
Έχεις αρχίσει και δημιουργείς δικό σου στυλ.. αυτή τη φορά κατάλαβα ποιανού απ΄τους δύο ήταν χωρίς να δω το συντάκτη.. ! :)
(και να πεις πως σας διαβάζω συχνά.. δυστυχώς απείχα αρκετό καιρό.. - πράγμα που θα διορθωθεί όμως.. πού θα μου πάει; )

Δραπέτης είπε...

... menia & efialti αν θέλετε γράψτε ποια τραγούδια ακούγατε πρίν από 10 χρόνια είναi blogoπαίχνιδο...

Εφιάλτης είπε...

Χαμογέλα κάνει τους άλλους να ανησυχούν... :-)