Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Μουσικό κουτί...

Ήσουν εκεί δίπλα μου, σε θυμάμαι ξεκάθαρα... τι αγγελικός που έμοιαζες!
Λίγο η βροχή, λίγο η μέθη, τάχα σε όνειρο νόμιζα πως ήμουν.

Ξύπνησα. Κρύο. Καταχνιά. Το παράθυρο είχε μείνει ανοιχτό. Ήταν εκείνη η αναγκή να ακούω τη βροχη καθώς θα ηρεμώ, καθώς θα με παίρνει ο ύπνος. Κοίταξα δίπλα μου... δεν ήσουν εκεί, είχες χαθεί, είχες χαθεί μαζί με τη βροχή σαν τα δάκρυα που έτρεξαν στο πρόσωπο, σαν το νερό που το πάτησε ο κόσμος. Μπερδεύτηκα. Σηκώθηκα αργά απο το κρεβάτι και πλησίασα το παράθυρο σα να περίμενα κατί, σα να σε ένιωθα εκεί.

Ναι ζωή μου... αυτό έκανες πάντα όταν έβρεχε καθόσουν στην παγωνιά, ίσως και να καθόμασταν μαζί και άκουγες τον μελωδικό ήχο της βροχής, ήχος που μιλούσε στην ψυχή σου, ήχος βγαλμένος από τη ζωή σου. Κοίταξα έξω... μονάχα ο ήλιος να κρύβεται στα συννεφα, φοβόμενος να ανατείλει... εσύ πουθενά. Ανησύχησα. Μάζεψα όλους τους ήχους στο κουτάκι που μου είχες χαρίσει τότε που μου έλεγες πως θα είμαστε μαζί για πάντα και αν ποτέ πεθάνεις άγγελος θα γίνεις να με προσέχεις όταν κοιμάμαι. Δάκρυσα... θυμάμαι.

Εκλεισα προσεχτικά το χειροποίητο, σκαλιστό, ξύλινο κουτάκι, με τις καμπύλες και τις γραμμές που είχε χαραγμένο επάνω του, που έμοιαζαν με τη ζωή, με τη μουσικότητα που ζούσες...

Μπήκα μέσα. Ζέστη... Κάηκα. Μας έφτιαξα καφέ... ζεστό, σκετό, όπως η αλήθεια όταν αντικρίζεται, όπως ο καφές όταν κρυώνει, όπως η ζωή όταν... τελειώνει. Το ποτήρι μου άδειασε... το δικό σου εκεί άθικτο. Μήπως άλλαξε η μούσικη και δε σου αρέσει πια η ζωή; Έβαλα το παλτό, πήρα την τσάντα μου και την ομπρέλα σου. Κατέβηκα βιαστικά στις σκάλες και ανέβηκα ήρεμα στο πεζοδρόμιο. Η βροχή συνέχιζε να τραγουδάει το δικό της ρυθμό και εγώ ελεύθερη χόρευα, καθώς οι σταγόνες έτρεχαν στο πρόσωπο.
Είμαι σίγουρη πως εκείνοι οι δύο αναρωτήθηκαν γιατί κράταγα την ομπρέλα κλειστη. Ίσως δεν αναρωτήθηκαν όμως γιατί εκείνοι την κράταγαν ανοιχτή... Μήπως φοβόντουσαν πως δεν ξέρουν να χορεύουν;

Προχώρησα. Μου έκανε εντύπωση που όλοι έτρεχαν και ας ήταν Κυριακή χαράματα ακόμη.
Πέρσα απέναντι. Κοίταξα μια ταμπέλα που μου έκανε εντύπωση. Κοντοστάθηκα. "Πωλείται." και δίπλα ένα σχόλιο γραμμένο με μικρά, φοβισμένα, σχολαστικά γράμματα... "μόνο η ανάμνησή σου έχει μείνει..."

"Με συγχωρειτε".... "Δε σας είδα που στεκόσασταν εκεί."... "Μα είστε μούσκεμα... περάστε να σας κεράσω έναν καφέ".
Σάστισα. Ο γεράκος.... πάλι αυτός, δε του έμοιαζε. Όμως η αίσθηση... Αυτός είναι.
Αυτός.

Τον κοίταξα μάλλον με ευγνωμοσύνη και ας μην ήταν το νερό που με ενοχλούσε αλλά το βάρος της μουσικής. Πέρασα μέσα. Ζεστασία, ζεστασιά από αυτή της αγάπης, της ζωής.
"Σκέτο;", με ρώτησε.
"Ναι", ήμουν σχεδόν σίγουρη πως θα το ήξερε.
Καθίσαμε στο στρογγυλό τραπεζάκι. Σκαλιστό.
Μα...
Οι γραμμές... οι καμπύλες... Τρόμαξα. Τον κοίταξα.
"Μη φοβάσαι."
χαμογέλασα...
"Μη κλαις, μη κλαις μικρή μου, το ξέρεις πως είναι ακόμα εδώ."
"Όχι, έφυγε, έφυγε απο αυτόν τον κόσμο, έφυγε...", πνίγηκα στο κλάμα. Έβγαλα το κουτάκι από την αριστερή τσέπη του παλτού μου. Με κοίταξε ο γεράκος, χαμογέλασε, αισθάνθηκα την αγάπη του...
"Άνοιξέ το. Θα δεις πως είναι πάντα εδώ, εδώ να σε προσέχει."
Σούφρωσα τα φρύδια... πώς... πώς τα ήξερε όλα αυτά; Ακούμπησα το κουτί πάνω στο τραπεζάκι.

Το άνοιξα αργά, σα να φοβόμουν. Φοβόμουν το περιέχομενο. Μια γλυκιά μελώδια με αγκάλιασε, νομίζω όλο το σπίτι γέμισε από αυτήν. Η φωτιά στο τζάκι τρεμόπαιξε και φούντωσε ξαφνικά, σα να χόρευε και αυτή. Δάκρυσα.
"Ναι γλυκιά μου... να χαμογελάς. Το ξέρεις πως πάντα θα είναι εδώ, αρκεί τη μελωδία του να ακούσεις και την ομπρέλα σου να κλείσεις."

Γύρισα στο σπίτι. Ο καφές σου ήταν ακόμη στο τραπέζι.
Τώρα θυμήθηκα. Ήσουν εκεί το βράδυ, όπως μου είχες υποσχεθεί... να με προσέχεις.
Σε ευχαριστώ άγγελέ μου.

Πήρα το κουτάκι μας και το τοποθέτησα προσεκτικά δίπλα στο κρεβάτι, άνοιξα το παράθυρο και έμεινα να κοιτάζω τη βροχή... τον ήλιο που ήταν κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα, τον ήλιο που βιαζόταν να δύσει, να φύγει...
Μονάχα για να έρθει πάλι φοβισμένα το χάραμα.