Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Your love.





Θέλω εκείνη τη βόλτα, εκείνη τη νύχτα, τη θάλασσα που αγάπησα. Εσένα που αγκάλιασα. Αυτό. Εκείνες τις ματζόρε νότες που έμαθα αγκαλιά με τις μινόρε. Μόνο αυτό θέλω. Κι αυτή την καταιγίδα συναισθημάτων με τη μυρωδιά βανίλιας και τη ζέστη που πρόσφερες μαζί με την ψυχή σου.

Αυτό το βράδυ μου λείπεις εσύ κι εκείνη η στιγμή. Η ζάλη από τα ποτά και η δροσιά από τα πεύκα, τα μπερδεμένα αστέρια που φώτιζαν τα μάτια σου. Η δροσιά των αναμνήσεων που δημιουργούσαμε και οι σκέψεις μας. Η σιωπή μας.

Μα τώρα ξέρω, ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι έρχεται το πρωί, η αφόρητη ζέστη, το τελευταίο χαμόγελο, η τελευταία ελπίδα. Φύγε πριν ξυπνήσω, μη μου πεις καλημέρα κι ας ήταν η πιο όμορφη που άκουσα ποτέ. Σήκω ήσυχα, όσο ήσυχα ξάπλωσες και εξαφανίσου.


Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μινόρε


Τη ρωτάω, "γιατί;" και κοιταζόμαστε δειλά, ντροπιασμένα, εγώ για τον εαυτό της κι εκείνη για το δικό μου. Πονάω, ψιθυρίζει. Αυτή η υπέροχη γεύση που δε μπόρεσε ποτέ να γευτεί, αυτό το υπέροχο. Βλέπεις, πως έχει φύγει, ξεκάθαρα, τώρα πια το ξέρεις και αυτό σε πονάει ακόμη περισσότερο. 

Λυπάμαι. Με κοιτάς ικετευτικά και σε κοιτώ ανήμπορη, μουδιασμένη σε κάθε μου διάσταση, αδύνατη να ψιθυρίσω, ανίκανη να σε οδηγήσω. Ο χώρος γεμίζει μουσική και εσύ παίρνεις το αυτοκίνητό σου και χάνεσαι στη σιωπή της νύχτας, στο μινόρε παίξιμο του βουβού αυτού δρόμου. Η μουσική του δυνατή, ικανή, σχεδόν, να πνίξει το γιατί στο κρυστάλλινο δάκρυ σου, αυτό που κυλάει ανενόχλητο και σβήνει στα σφιγμένα σου χείλη. Για μια στιγμή σταματάς, κοιτάς τον ουρανό, τα αστέρια.. ψάχνεις μια ελπίδα, μια σπίθα, μα η νύχτα είναι βαριά, βαθιά στο μαύρο της πέπλο, στην αγκαλιά της μοναξιάς της. Εσύ, ω εσύ, προσπαθείς να της κάνεις λίγη παρέα, ελπίζοντας για τη λύτρωση, για το ταξίδι μακριά από εδώ, εκεί που το γιατί δεν υπάρχει, δεν έχει λόγο να δακρύσει στο μάγουλό σου. 
Όχι, όχι.. μη φεύγεις όνειρο.. κάτσε ένα λεπτό, μονάχα ένα. Δώσε μου κάτι να συνεχίσω, σε παρακαλώ. Όχι ξανά..

Κι εκεί νιώθεις ένα χέρι βαρύ να σε χαστουκίζει στο πρόσωπο, είναι ο εαυτός σου που λυσσάει για τη λύτρωση, τη διαφυγή και σε παρακαλεί, σε υποτάσσει, σε διώχνει με όποιο τρόπο μπορεί, σε στέλνει στο τίποτα, μήπως και δημιουργήσεις το δρόμο της διαφυγής σου, της επιστροφής σου, στον εαυτό που σε προσκαλεί, στην ευτυχία που ξέρεις πια να επιλέγεις. 

Δειλά, μα τα καταφέρνεις.


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Το μονόγραμμα




Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς. 



Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.




Το μονόγραμμα,
Οδυσσέας Ελύτης

Y.Γ. Πρόσθεσα αρκετές στροφές ακόμη, διότι δυσκολεύτηκα να διαλέξω κάποιες..

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Καληνύχτα..

Όλη μας η ζωή στιγμές,  στιγμές γεμάτες με μυρωδιές και ρουμπινί χρώματα, στιγμές ικανές για να θυμάσαι, για να μαζεύεις σε εκείνο το μουσικό κουτί που σου είχε χαρίσει κάποτε Εκείνος. Σκέφτομαι μερικές φορές εκείνον τον παππούλη που είχε ένα χαμόγελο και ένα δάκρυ να μου δώσει, μα άφηνε στον αποχωρισμό του ένα μειδίαμα, ένα μειδίαμα τόσο γλυκό που θαρρούσες πως θα κρατούσε λιγάκι ακόμη, λιγάκι παραπάνω, έστω για μια φορά. Μα, μόλις χανόταν από τον ορίζοντα, χανόσουν κι εσύ μαζί του σε εκείνα τα χρώματα της ανατολής, που σε τυφλώνανε.

Είναι εκείνες οι μέρες που το φως του δεν είναι αρκετό, ψάχνεις για λίγο παραπάνω, λίγη ζέστη ακόμη και ας είσαι στη μέση του καλοκαιριού και εκείνες οι μέρες που αυτό το αμυδρό φως που καταφέρνει να σκίσει τα σύννεφα, διαπερνά κι εσένα μαζί, σε τυφλώνει. Αναζητείς μια βόλτα εκεί, εκεί δίπλα στη θάλασσα, να μοιραστείτε τις ιστορίες σας, ίσως να περιμένεις και τη θάλασσα να σου φωνάξει τις δικές της αναμνήσεις, ξέρεις πως, θα απαλύνουν αυτό το συναίσθημα, αυτό που πάει και έρχεται και σε διαπερνά, σε προσπερνά και σε γονατίζει.
Αυτό το ίδιο που μόλις σηκωθείς, μόλις τα καταφέρεις, θα παραμονεύει σε εκείνο το κύμα, εκείνο το ήρεμο κυματάκι που ακολουθούσε την ιστορία, για να σε ρίξει πάλι πίσω, πίσω σε εκείνη τη θάλασσα, σε εκείνο το νησί που σου θύμισε πόσο όμορφο είναι το απλό, το δικό σου.



Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

«Ξυπόλητος στα συντρίμμια ενός έρωτα»


-  Σε περιμένω έξω από το σινεμά.

-  Ξεκινάω.

Είχε ξεχάσει πώς είναι να συνομιλεί μαζί της. Όλον αυτό τον καιρό προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπό της, αφήνοντας το χρόνο να κάνει καλά τη δουλειά του. Τώρα θα την έβλεπε ξανά.
Είχε ξεχάσει πώς είναι να είναι ερωτευμένος μαζί της.

Είχε πιει πολύ. Το ποτό άλλωστε είχε αποδειχθεί ο πιο πιστός φίλος του.
Νιώθει μια σκιά να πλησιάζει. Ήταν εκείνη. Την αγκαλιάζει δίχως δεύτερη σκέψη, ίσως και δίχως πρώτη.
Πόσο ξένος φάνταζε αυτός ο ίδιος άνθρωπος μέσα στην αγκαλιά του!

-  Λοιπόν, τι θες;

-  Τι να θέλω ρε Τάνια;

Έδειχνε να εκνευρίζεται μαζί της, λες και εκείνη θα όφειλε να ξέρει την απάντηση. Εκείνος όμως ήξερε πως ο θυμός του προέρχονταν από την αδυναμία του να απαντήσει: τι επιζητούσε στα συντρίμμια ενός έρωτα;
Την κοιτούσε κατάματα, λες και δεν θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Προσπαθούσε να ανιχνεύσει τον έρωτα. Τον αγαπούσε άραγε όπως τότε;

-  Ορέστη, δώσε μου λίγο χρόνο. Συνέβησαν τόσα πολλά.

-  Πώς μπορείς να είσαι τόσο ψυχρή;

-  Ο πόνος δεν είναι προνόμιο αποκλειστικά δικό σου.

Σιωπή. Ύστερα σκόρπιες λέξεις, χωρίς συνοχή.
Έτσι, να μην μιλά κανείς για τον έρωτα, απλώς να τον υπονοεί. Να γίνεται αισθητή η παρουσία του, απλώς και μόνο με την απουσία του.

Έφτασε σπίτι τσακισμένος,  όχι τόσο για αυτά που ξεστόμισε, ούτε για τα λάθη του, που στην τελική τον κρατούσαν ζωντανό. Ήταν συντετριμμένος για εκείνα που φώλιαζαν μέσα του.
Έκλαψε.
Όχι για εκείνα που συνέβησαν, αλλά για εκείνα που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.
Έκλαψε για εκείνα, που δεν θα συμβούν ποτέ πια.




Πηγή: http://3pointmagazine.gr/ , της Χρύσας Βαϊνανίδη


Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Βραβειάκι

Ευχαριστούμε πολύ την Σκορπίνα για την τιμητική που μας έδωσε!

Καλούμαστε λοιπόν, να πούμε 7 πράγματα για τον εαυτό μας.

Αναλαμβάνω τη σκυτάλη,

1. Λατρεύω τα μαθηματικά και την αστροφυσική.
2. Λατρεύω τα ταξίδια.
3. Είμαι αρκετά επίμονη όταν νομίζω πως έχω δίκιο. Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές έχω κι έτσι αποφεύγονται ήπιες συγκρούσεις! :-p
4. Συχνά ζω στον δικό μου κόσμο, ένα αρνητικό βέβαια αυτού, είναι πως περιμένω ότι ο κόσμος θα αλλάξει, αλλά έχει και τις καλές του στιγμές.
5. Πιστεύω στον άνθρωπο και σε αυτά που έχει να προσφέρει, αν και με λυπεί το γεγονός πως ο ίδιος ο άνθρωπος δε πιστεύει στον εαυτό του -αρκετές φορές με λυπεί και ο εαυτός μου.
6. Αγαπάω τη βροχή και τη θάλασσα και ιδιαίτερα το συνδυασμό τους, σαν να διηγούνται την ιστορία μου/τους.
7. Θα μπορούσα κάλλιστα -εντάξει ίσως και να μην μπορούσα! :-p - να είχα πει εγώ το παρακάτω: «Ήρθαμε στον κόσμο, όχι για να πάρουμε ό,τι έχει η ζωή για τον εαυτό μας, μα και για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τη ζωή των άλλων πιο ευτυχισμένη.» Γουίλιαμ Όσλερ


Και δίνω τη σκυτάλη στον Εφιάλτη,

1. Δεν μου είναι εύκολο να δώσω χαρακτηριστικά του ευατού μου.
2. Είμαι ξεροκέφαλος, επίμονος.
3. Πιστεύω στους ανθρώπους με ίδια ευκολία που με κάνουν καχύποπτο.
4. Λατρεύω και εγώ τα ταξίδια αλλά με μηχανή.
5. Πολλές φορές ο κόσμος μου δε συμπτίτει καθόλου με τον κόσμο των άλλων και κάνει τη ζωή τους πιο δύσκολη και όταν γίνει η σύγκρουση βγαίνουν οι αλήθειες.
6. Μου αρέσει το διάβασμα και να γράφω. (αν και έχω να γράψω καιρό).
7. Δε ξέρω αν το 7 χαρακτηριστικό είναι ένα απόφθεγμα που πρέπει να γράψουμε, αλλά θα διαφωνήσω με τη Μένια και το τελευταίο που έγραψε γιατί μπορεί να ερχόμαστε στη ζωή για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τους άλλους πιο ευτυχισμένους αλλά ζωή δε είναι μόνο να δίνεις γιατί σου μένει ένα παράπονο, ένα κενό και το κενό είναι χειρότερο από μια ζωή γεμάτη εμπειρίες . Η ζωή είναι μια ανταλλαγή ιδέων, οι εμπειρίες είναι σημαντικές να τις μοιραζόμαστε και να κάνουμε τον εαυτό μας πιο συσταλμένο, βέβαια η ζωή μας καθορίζεται λίγο πολύ από τη ζωή των άλλων, ζωή δίχως συνανθρώπους μας είναι ένα τίποτα, άρα πρέπει πρώτα να φτιάξουμε τον εαυτό μας. Μάλλον το 7 χαρακτηριστικό είναι ότι διαφωνώ σε απόψεις αν και μερικές φορές δε το εκφράζω και τα κρατώ μέσα μου.

Τώρα δε ξέρω πως πάει το παιχνίδι αν πρέπει να προσκαλέσουμε κάποιον, όποιος θέλει μπορεί να πάρει τη σκυτάλη και να συνεχίσει.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

περίπατος


Και η λάμψη ξαφνικά χάνεται. Τόσο ξαφνικά που τρομάζει.
Και είναι αυτό το ρίγος που σε διαπερνά. Αυτό το δάκρυ που κυλά.
Και ελπίζεις πως κάτι έγινε λάθος. Αυτή τη στιγμή που το δάκρυ στεγνώνει στο κρύο μάγουλό σου.
Μα πέρασαν τόσα δάκρυα και τίποτα δε μοιάζει λάθος πια. Το ρίγος γίνεται μια παγωνιά σαν αυτές που μόνο μια αγκαλιά μπορεί να ζεστάνει. Μα αυτή η αγκαλιά λείπει. Όμως, αυτή τη φορά.. μοιάζει τόσο λάθος, τόσο αναπάντεχο, τόσο..
Θαρρούσες πως τούτη η θλίψη δε θα επέστρεφε σύντομα, μα ήρθε πάλι τόσο κοντά σου και είσαι τόσο αδύναμη για να την αποφύγεις. Τόσο.. ξαφνιασμένη. Τι όνειρο πάλι σκέφτηκες καρδιά μου; Τι; γιατί να στεναχωρηθείς τόσο; Πες μου σε παρακαλώ.

Μα δες πώς χάνεται ένα χαμόγελο στη σκοτεινή μου ψυχή.. Επιστρέφεις εκεί που.. νόμιζες πως είχες φύγει.. πιο δυναμικά από ποτέ. Δε θέλω. Όχι ξανά. Όχι.

γέρνεις στο πλάι
και σπας
άθελα δακρύζεις
και φοβάσαι

τι σε φοβίζει;
η επιστροφή σε εκείνον το θάνατο.
δε θα συμβεί.
έχει ήδη αρχίσει να κινείται και το σκοτάδι πλησιάζει τόσο απειλητικό αυτή τη φορά. Τόσο αγέρωχο με αυτό το ανέκφραστο βλέμμα, το κενό. Ανατριχιάζεις. Ρίγος πάλι. Παγωνιά. Αναζητείς αυτόν τον παππούλη, μα.. δε τον βλέπεις πουθενά. Ίσως χάθηκε και αυτός στο κενό σου βλέμμα. Δε ξέρω πια.
Σε ακολουθεί ξανά εκείνη η σκιά και πώς να την αποφύγεις που δε φοβάται το σκοτάδι; Και δε θες να ανοίξεις το φως μήπως και σε πληγώσει. Αποχωρείς ξανά σε εκείνη τη γωνιά, κάθεσαι στο δρόμο που χάθηκες για ακόμη μια φορά, τα δέντρα ψηλά και αυστηρά σε αγκαλιάζουν αφήνοντας μινόρε νότες να γεμίζουν το στενάκι αυτής της ψυχής.
Γέρνεις.. και αφήνεις ένα δάκρυ πριν σε σκεπάσει η παγωνιά με το πιο ζεστό της πέπλο.


Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Λάμψη


Ταυτίζεσαι πια με τον Οδυσσέα, μπαίνεις στο πρώτο καράβι και φεύγεις για την Τροία ή την Ιθάκη, σημασία πια δεν έχει ο προορισμός, τον είχες χάσει από καιρό, σημασία έχει το ταξίδι. Θαρρείς πως θα είσαι μόνη σε αυτό το καράβι, όχι γιατί δεν βρήκες άνθρωπο να σε ακολουθήσει, αλλά γιατί δεν βρήκες τον εαυτό σου ακόμη. Μα..

Δυο μάτια καρφωμένα
ένα χαμόγελο μικρό
μια αγκαλιά ανοιχτή
και ένα όνειρο κρυφό

Δεν είναι όνειρο,
είμαστε εμείς
εμείς μαζί.

Σαστίζεις και αναρωτιέσαι
αν ζεις ή αν πέθανες..
ή μήπως τελικά
βρήκες συνταξιδιώτη;

Χαμογελάς χαζά,
σου έλειψε αυτό.
Σιωπάς κι αγναντεύεις τον κόσμο
μέσα από μια αγκαλιά

Τι κι αν κάποιες φορές δε ξέρεις πού θα σε βγάλει; Απόψε η νύχτα είναι όμορφη, εκείνη η σκιά ανύπαρκτη κι εσύ.... ω εσύ, σχεδόν ευτυχισμένη.
Σχεδόν..;
Ευτυχισμένες στιγμές που ελπίζεις να διαρκέσουν, που ελπίζεις να κρατήσουν την αίσθηση της μυρωδιάς εκείνου του κρασιού που γεύεσαι αργά και δε θέλεις να μοιάσει με το προηγούμενο.

Γιατί.. προσπαθείς να δεις πως, δεν μπορείς να ανακαλύψεις νέους ωκεανούς αν δεν έχεις το κουράγιο να χάσεις την ακτή από τα μάτια σου.



Καλό ταξίδι..

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Τώρα

Και να που οι μνήμες μας ξαναζωντανεύουν
τώρα που χάνεσαι μέσα στο πέλαγος.
Κάθε δάκρυ να σου θυμίζει πως η θάλασσα
είναι ένα μακρινό ταξίδι, τώρα που τα ταξίδια μας
δε θα πραγματοποιηθούν, τώρα που ανακαλύπτεις
πως η πραγματικότητα είναι ένα ψέμα μέσα σε κάποιο άλλο.
Δε θα είναι μακριά η χώρα της γέννησης μας, τα δάκρυα των πολλών
είναι η ευχαρίστηση των λίγων, για αυτό μη με κάνεις να δακρύζω άλλο.
Δέξου αυτό το τελευταίο φιλί, τώρα που η γη σε παίρνει όλο και πιο μακριά μου,
που ο χρόνος θα με κάνει να σε θέλω πιο πολύ, τώρα που η απόσταση με σκοτώνει.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Θλίψη


Σταμάτα πια να ψάχνεις, δε κουράστηκες αυτή την αναζήτηση; Μπορεί χθες να σου γελούσε, μα σήμερα ξέχασε το πως και πώς να την συγχωρέσεις για αυτό; Όταν ούτε πια αυτό το χαμόγελο δε σου χαρίζει. Και πώς μπόρεσες να αφήσεις τόσους ανθρώπους να περάσουν; Ήδη πια το μέτρημα δε χωρά στη μία παλάμη.. Σταμάτα πια να ταξίδευεις, η ζωή δεν είναι παραμύθι και αυτή δεν είναι η ιστορία αγάπης σου, δε πρέπει να είναι. Μπορείς να κοιτάξεις τον ουρανό μόνος σου το βράδυ και να μη τη σκεφτείς, μπορείς να το καταφέρεις για μια φορά και ίσως την επόμενη να μη φοβηθείς τόσο. Γραπώσου σε μια αγκαλιά και μη σκεφτείς, μην αφήσεις τον εαυτό σου να προλάβει, για μια φορά σταμάτα να είσαι οδηγός, απλά οδηγήσου. Πόσο πια μπορεί να πονέσει; Μάθε να ξεχωρίζεις τη γρατσουνιά ενός τριαντάφυλλου και ενός πεθαμένου έρωτα. Νιώθω τον πόνο σου, μα άντεξες τόσα και άλλωστε ποτέ δε θα χορέψετε αυτό το τανγκό μαζί παρά μόνο στα όνειρά σου που σε ξυπνάνε τρομαγμένο το πρωί, τόσο που το όνειρο μοιάζει με εφιάλτη, τόσο που έχεις μπερδέψει την ευτυχία με τη θλίψη.
Πιες αυτό το κρασί και μίλα μου, ξέρω πως οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί, μα τόσα λόγια μέσα στη σιωπή είναι χειρότερα. Για σένα. Για εμάς. Και τα δάκρυα που δεν ρίχνεις, πλημμυρίζουν τις σκέψεις μου. Μπορεί αυτό που τελικά τόσο καιρό σε κρατάει πίσω να είναι που αγαπάς να αισθάνεσαι. Θυμάσαι τότε που σου διάβαζα εκείνο το βιβλίο; Θυμάσαι που σου είπα: Ο πιο βαθύς τρόπος για να αισθανθούμε κάτι είναι να υποφέρουμε γι' αυτό; Μπορώ πλέον να καταλάβω απόλυτα γιατί στέκεσαι στην άκρη του γκρεμού, αλλά αυτή η ζάλη που σε κάνει να νομίζεις πως κινείσαι, είναι απλά μια παραίσθηση. Δως μου το χέρι σου, άκου το φεγγάρι που ουρλιάζει κι ακολούθα το δάκρυ του. Θα φύγουμε μαζί από εδώ, στο υπόσχομαι.



Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος,

αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου.

Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.

Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.

Τάσος Λειβαδίτης