Φυλακή


Καθόμασταν εκεί στη μέση του δρόμου και κοιτάγαμε τα αστέρια. Με κοίταξες και είπες πως εκεί είμαστε μαζί, εκεί ψηλά.
Βρήκα δύο αστέρια τόσο αχνά, δύσκολα τα διέκρινες, όμως αυτή η εικόνα τους ήταν ιδανική. Τα λάτρεψα.
"Αυτά εκεί είμαστε εμείς, πολύ μακριά από εδώ."
Χαμογέλασες. Είχες καταλάβει απόλυτα τι εννοούσα. Βυθίστηκες όμως πάλι στην λύπη σου. σε πήρα αγκαλιά... μεγάλη η δύναμη.

Ήταν ο έρωτάς σου για εκείνη που μας έφερε εκεί, το παράπονό σου για τους ανθρώπους, ίσως να ήταν και το δικό μου. Μιλούσες για εκείνη με λόγια μαγικά, μουσικά. Θα έλεγε κανείς πως τραγουδούσες και έτσι χορεύαμε μαζί. Χορός σημαίνει ελευθερία και εσύ μακριά της ήσουν φυλακισμένος, εγκλωβισμένος.

Προσπαθήσαμε να κοιτάξουμε τη γη από ψηλά, εκεί σαν αστέρια. Όμως τρομάξαμε και πέσαμε στο χώμα. Ήταν ο πόνος, το μίσος... η ζωή που μας τρόμαξε. Και μείναμε εκεί πεσμένοι στο χώμα να σιγοτραγούδαμε...

Σε μια φυλακή, ο κόσμος
χάνει το όραμα του
κλαίει για το δράμα του
παραμιλάει στο κελί του

Έχασε την ελευθερία του
ίσως του την κλέψανε
δε κλαίει ομως για αυτό
κλαίει που δε βρίσκει διαφυγή

Και ας είναι η πόρτα του κελιού ανοιχτή...


Μελωδία σκιών

"Η θάλασσα θυμίζει τους ανθρώπους", είπα. Ίσως το εννοούσα αλλιώς. Ίσως.


Το αεράκι σήμερα είναι γλυκό, αναγκαίο μέσα στο καλοκαίρι. Είναι αργά, περπατάω ήρεμα μέσα στην ησυχία. Τρομακτική θα την έλεγε κάποιος, αναγκαία θα την έλεγα εγώ. Περπατάω, όμως κάπου αισθάνομαι πως κολυμπάω, ίσως είναι η ανάγκη μου που θέλω να βρίσκομαι συνεχώς στην θάλασσα. Κάθε φορά έχει μια ιστορία να σου πει, μια μελωδία να σου τραγουδήσει, ταξιδεμένη στα κύματα, κάπου μαζί με τους ανθρώπους. Σήμερα μάλλον θα ταίριαζε η μελωδία των σκιών.

Το φως του φεγγαριού, αμυδρό, ικανό όμως να δημιουργήσει σκιές στον πάτο της τρομακτικά ήρεμης θάλασσας. Τόσο ήρεμη που θες να την ταράξεις.
Κρατάω μια πετρούλα στο χέρι, δώρο από έναν ζητιάνο και όπως επιπλέω, λυγίζω και την πετάω.

Κυκλάκια, μικρά κύματα δημιουργούνται.
-Σιγά! Και νομίζεις πως χάλασε η ηρεμία της θάλασσας;!
-Φυσικά! Δεν είναι μόνο οι κύκλοι που βλέπεις!
Η πέτρα πέφτει, τρομάζει ένα ψαράκι που άτυχα -ίσως- βρισκόταν εκεί. Ακάθεκτη, όμως, συνεχίζει το δρόμο της, διακρίνεις πια τη σκιά της στο βυθό και... ανακάτεμα! Πέφτει στην άμμο, τη μετακινεί! Μια πετρούλα που βρισκόταν εκεί κρύβεται μέσα στην άμμο, παρέα με τη δική μου που αχνοφαίνεται και δίπλα ένα κοχύλι. Αυτό μάλλον ξεγυμνώθηκε. Αλήθεια εγώ τα προκάλεσα όλα αυτά;

Χαλάει εύκολα η ηρεμία. Η ηρεμία των ανθρώπων,των σκιών, των σκέψεων. Αρκεί μια πετρούλα, μια λέξη.
Κολυμπάς μαζί μου. Διακρίνεις μονάχα τη σκιά μου, εκεί στο βυθό.

Άραγε ποια είναι η μορφή μου; Τι χρώμα έχουν τα μάτια μου, τι σχήμα έχει το πρόσωπό μου; Τι χροιά έχει η φωνή μου; Ή μήπως δε σ' ενδιαφέρει;
-Τι ιστορία έχουν να πουν τα μάτια σου;
"Τι χρώμα έχει η ψυχή σου;"
-Γιατί μονάχα η σκιά σου διακρίνεται;
Θα σου ζωγραφίσω με λόγια την εικόνα της σκέψης. Θα σου δείξω την ψυχή μου, κολυμπώντας στον βυθό, ρίξε μια πετρούλα και κάτι θα ξεσκεπάσει η άμμος.
"Μήπως φοβάσαι τί; Αλήθεια, αυτό σε εμποδίζει;"

Ζωγράφισε την ψυχή σου, τραγούδησε τη σκέψη σου, να εμπιστευτώ τη μορφή σου, να πάμε ταξίδι ονειρεμένο από τις σκιές μας, στις ψυχές μας, να ανακαλύψουμε τον θησαυρό μας.

Η μελωδία των σκιών
στο βυθό πλανάται
φυλακίζει τις ψυχές
των ναυτικών ελπίδες.
Γοργόνα ντύνεται κρυφά
και στο μυαλό ανοίγεται
τη σκέψη να αφήσει
τη ψυχή σου να γνωρίσει.

Και το βλέμμα σου ζωγραφίζει έναν στίχο: Μα εσύ που δεν πατάς στη γη, καν'την ψυχή μου να πετάξει"

Χάραμα



Στα κρύα βράδια του καλοκαιριού
σε ψάχνω, στα ζεστά πρωινά του χειμώνα
πάνω από τον ουρανό σε ένα άρμα.

Τα αστέρια θα κατέβουν στη γη
και η θάλασσα θα άνεβει στον ουρανό
την αγάπη που θα βρω;

Αλήτες, κλέφτες κυριάρχοι στον παράδεισο
ο χάρος, οι διάβολοι ηγέτες κράτους
χαμένος ο έρωτας στην άβυσσο.

Τι να 'πουν οι πεθαμένοι για τη ζωή
αρνήθηκαν μια δεύτερη πνοή
στο πάτο ενός νερού.

Σε εσένα.... σε εμένα....





Ο έρωτας ήρθε αργά στην ζωή μου, και φώτισες την καρδιά μου
ήταν τόσο ωραίος και πικρός, μα πίστεψε με μάτια μου
ήσουν και είσαι τόσο γλυκά μαζί σου.
Η συντροφιά σου είναι μαγική και φιλόξενη, πιστεύω οτί δίνω
ότι μπορώ, να σου δείχνω την αγάπη μου.
Μαζί σου κάθετι μικρό, γίνεται γλυκό, υπέροχο
θέλω να είμαι σε κάθε χαρά, ο πρωταγωνιστής σου
σε κάθε λύπη σου, ο υπευθυνός σου
σε κάθε παραμυθί σου, ο ηρωάς σου.
Σε κάθε όνειρό μου είσαι η φλογερή φωτία
που με ζεισταίνει.
Η ανάσα σου των στεναγμών σου είναι το πιο ερωτικό φίλημα,
τα χέρια μου θα ήθελαν να σε αγκαλιάσουν
οι πόθοι σου στην καρδιά μου να φωλιάσουν.

Στην βραδινή μας γαλήνη
η σκιά της ψυχής μου θα με γλυκάνει
τρυφερά στην έγνοια των φιλιών.
Το γέλιο σου είναι ένα ανύποπτο βλέμμα
του καιρού που περνά και κλέβει της εμπιστοσυνης
το όνειρο.

Αχ! πως μπερδεύτηκα, καρδιά μου, με έδεσε η χαρά
της προδοσίας των φιλιών και των ανεσταναγμών.
Τα δώρα σου, έμειναν κοινά και φωτεινά
μες στης μορφής τα όνειρα, χαμένα.

Είμαι τρελός να σε αγαπώ, αφού σε λίγο θα φύγεις
να λίωνω σε κάθε φιλί που θα χάνω
να νιώθω μόνος που δε ακούω τους παλμούς της καρδιάς.
Όμως ο ηλιος θα μου θυμίζει πως σε αγαπώ
και ούτε σου έκλεψα της καρδιάς τον θησαυρό.

Στην Διονυσία..