Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Νύχτα...





Η στιγμή που θα σου ψιθυρίσω είναι φυγή
και θα είναι φυλακτό στην ενοχή.
Αγάπη είναι να μιλάς στη σιωπή
με τις φλόγες που θα βγαίνουν από τα μάτια σου.

Εγώ θα περπατώ στους δρόμους που γελάγαμε
ένα δάκρυ σου θα φύγει και θα είναι μαγικό.
Ο κόσμος σου γέμισε με ύποπτη μυρωδία
είναι αυτό που λένε χτυποκάρδι στην καρδιά.

Η βροχή είναι ο ήλιος της απόγνωσης
αφού δεν βλέπεις στα ουράνια της τύψεις.
Τη νύχτα της γιορτής, της τύχης

Δε θα 'ναι ο πόνος που με αγαπάς
αλλά τα λουλούδια που άνθισαν μέσα σου.
Γιατί η αγάπη δεν είναι μόνο να πονάς
αλλά να ελπίζεις με χαρά.

Θέλω να γνωρίσεις από τα βάθη της καρδιάς
πως είναι το μεθύσι του έρωτα.
Να σε βγάλω από τα τείχη της μοναξιάς
γιατί είναι πικρό να ελπίζεις σε κάτι...

Αγαπημένη μου πάντα ήθελα να σου γράψω ένα ποιήμα να το διαβάζεις όταν τα μάτια σου είναι μόνα και να σου θυμίζουν πως υπήρξα και εγώ.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Αγκάθι

Στέκεις εκεί. Η μορφή σου ίδια. Η ίδια αγαπημένη και λησμονημένη.
Θυμίζεις κάτι από το χθες. Έχεις αυτή τη μαγία στα μάτια σου, εγκλωβισμένη εκεί. Και εγώ στέκομαι πίσω σου. Στέκομαι. Και κάθε στιγμή που περνά, νομίζω ψυχή μου, πως κάτι αλλάζει, κάτι με φέρνει πιο κοντά σου.

Κοντά.

Και βρίσκομαι στη μέση του πουθενά, με την μοναξιά μου, χωρίς το εγώ. Και αναρωτιέμαι πώς χάθηκα στη διαδρομή. Θυμάμαι λουλούδια, πολύχρωμα, απαλά, μαγικά, σα τα μάτια σου. Και εκεί εσύ, με ένα λουλούδι από τη χώρα της καρδιάς σου, τόσο τρομακτικά όμορφο με κοιτάς. Καθώς με πλησιάζεις βλέπω ένα τριαντάφυλλο... μαύρο, με ένα αγκάθι. Και μετά... τίποτα, εγώ στο πουθενά, με ένα ματωμένο δάχτυλο, και ένα μαύρο δάκρυ. Γύρω μου σιγά σιγά αρχίζει να κυριαρχεί η αναρχία, ο ουρανός είναι μελανιασμένος, τα δέντρα απογυμνωμένα, γερασμένα, τα πουλιά δεν κελαηδούν, θα σου έλεγα πως κλαίνε, δε νομίζω πως θα καταλάβαινες όμως. Το νερό ταραγμένο και ας μη φυσάει. Σταγόνες της βροχής, πέφτουν από έναν ουρανό χωρίς σύννεφα. Και μένω εκεί. Προσπαθώ να καταλάβω. Τι;


Εσένα.

Χάθηκα στην ψυχή σου. Είναι που ξέχασες να με πάρεις αγκαλιά καθώς με οδηγούσες σε αυτήν, τότε που πίστευα πως θα με βρεις, τότε που χόρευες μαζί μου, εσύ, η ψυχή σου, ο έρωτάς σου, η καρδιά σου, όλο σου το είναι.

Η αφελής.

Και εκεί μένω ως παιδί, ένα παιδί που μόλις κατάφερε να πετάξει τον χαρταετό του, μα ο αέρας τον πήρε λησασμένα, άδικα, απροσδόκητα και έμεινε εκεί η παιδική ψυχή μέσα στο αχανές πουθενά, να κλαίει για το χαμένο του όνειρο, να ελπίζει για μια επιστροφή.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Φυλακή


Καθόμασταν εκεί στη μέση του δρόμου και κοιτάγαμε τα αστέρια. Με κοίταξες και είπες πως εκεί είμαστε μαζί, εκεί ψηλά.
Βρήκα δύο αστέρια τόσο αχνά, δύσκολα τα διέκρινες, όμως αυτή η εικόνα τους ήταν ιδανική. Τα λάτρεψα.
"Αυτά εκεί είμαστε εμείς, πολύ μακριά από εδώ."
Χαμογέλασες. Είχες καταλάβει απόλυτα τι εννοούσα. Βυθίστηκες όμως πάλι στην λύπη σου. σε πήρα αγκαλιά... μεγάλη η δύναμη.

Ήταν ο έρωτάς σου για εκείνη που μας έφερε εκεί, το παράπονό σου για τους ανθρώπους, ίσως να ήταν και το δικό μου. Μιλούσες για εκείνη με λόγια μαγικά, μουσικά. Θα έλεγε κανείς πως τραγουδούσες και έτσι χορεύαμε μαζί. Χορός σημαίνει ελευθερία και εσύ μακριά της ήσουν φυλακισμένος, εγκλωβισμένος.

Προσπαθήσαμε να κοιτάξουμε τη γη από ψηλά, εκεί σαν αστέρια. Όμως τρομάξαμε και πέσαμε στο χώμα. Ήταν ο πόνος, το μίσος... η ζωή που μας τρόμαξε. Και μείναμε εκεί πεσμένοι στο χώμα να σιγοτραγούδαμε...

Σε μια φυλακή, ο κόσμος
χάνει το όραμα του
κλαίει για το δράμα του
παραμιλάει στο κελί του

Έχασε την ελευθερία του
ίσως του την κλέψανε
δε κλαίει ομως για αυτό
κλαίει που δε βρίσκει διαφυγή

Και ας είναι η πόρτα του κελιού ανοιχτή...


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Μελωδία σκιών

"Η θάλασσα θυμίζει τους ανθρώπους", είπα. Ίσως το εννοούσα αλλιώς. Ίσως.


Το αεράκι σήμερα είναι γλυκό, αναγκαίο μέσα στο καλοκαίρι. Είναι αργά, περπατάω ήρεμα μέσα στην ησυχία. Τρομακτική θα την έλεγε κάποιος, αναγκαία θα την έλεγα εγώ. Περπατάω, όμως κάπου αισθάνομαι πως κολυμπάω, ίσως είναι η ανάγκη μου που θέλω να βρίσκομαι συνεχώς στην θάλασσα. Κάθε φορά έχει μια ιστορία να σου πει, μια μελωδία να σου τραγουδήσει, ταξιδεμένη στα κύματα, κάπου μαζί με τους ανθρώπους. Σήμερα μάλλον θα ταίριαζε η μελωδία των σκιών.

Το φως του φεγγαριού, αμυδρό, ικανό όμως να δημιουργήσει σκιές στον πάτο της τρομακτικά ήρεμης θάλασσας. Τόσο ήρεμη που θες να την ταράξεις.
Κρατάω μια πετρούλα στο χέρι, δώρο από έναν ζητιάνο και όπως επιπλέω, λυγίζω και την πετάω.

Κυκλάκια, μικρά κύματα δημιουργούνται.
-Σιγά! Και νομίζεις πως χάλασε η ηρεμία της θάλασσας;!
-Φυσικά! Δεν είναι μόνο οι κύκλοι που βλέπεις!
Η πέτρα πέφτει, τρομάζει ένα ψαράκι που άτυχα -ίσως- βρισκόταν εκεί. Ακάθεκτη, όμως, συνεχίζει το δρόμο της, διακρίνεις πια τη σκιά της στο βυθό και... ανακάτεμα! Πέφτει στην άμμο, τη μετακινεί! Μια πετρούλα που βρισκόταν εκεί κρύβεται μέσα στην άμμο, παρέα με τη δική μου που αχνοφαίνεται και δίπλα ένα κοχύλι. Αυτό μάλλον ξεγυμνώθηκε. Αλήθεια εγώ τα προκάλεσα όλα αυτά;

Χαλάει εύκολα η ηρεμία. Η ηρεμία των ανθρώπων,των σκιών, των σκέψεων. Αρκεί μια πετρούλα, μια λέξη.
Κολυμπάς μαζί μου. Διακρίνεις μονάχα τη σκιά μου, εκεί στο βυθό.

Άραγε ποια είναι η μορφή μου; Τι χρώμα έχουν τα μάτια μου, τι σχήμα έχει το πρόσωπό μου; Τι χροιά έχει η φωνή μου; Ή μήπως δε σ' ενδιαφέρει;
-Τι ιστορία έχουν να πουν τα μάτια σου;
"Τι χρώμα έχει η ψυχή σου;"
-Γιατί μονάχα η σκιά σου διακρίνεται;
Θα σου ζωγραφίσω με λόγια την εικόνα της σκέψης. Θα σου δείξω την ψυχή μου, κολυμπώντας στον βυθό, ρίξε μια πετρούλα και κάτι θα ξεσκεπάσει η άμμος.
"Μήπως φοβάσαι τί; Αλήθεια, αυτό σε εμποδίζει;"

Ζωγράφισε την ψυχή σου, τραγούδησε τη σκέψη σου, να εμπιστευτώ τη μορφή σου, να πάμε ταξίδι ονειρεμένο από τις σκιές μας, στις ψυχές μας, να ανακαλύψουμε τον θησαυρό μας.

Η μελωδία των σκιών
στο βυθό πλανάται
φυλακίζει τις ψυχές
των ναυτικών ελπίδες.
Γοργόνα ντύνεται κρυφά
και στο μυαλό ανοίγεται
τη σκέψη να αφήσει
τη ψυχή σου να γνωρίσει.

Και το βλέμμα σου ζωγραφίζει έναν στίχο: Μα εσύ που δεν πατάς στη γη, καν'την ψυχή μου να πετάξει"

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Χάραμα



Στα κρύα βράδια του καλοκαιριού
σε ψάχνω, στα ζεστά πρωινά του χειμώνα
πάνω από τον ουρανό σε ένα άρμα.

Τα αστέρια θα κατέβουν στη γη
και η θάλασσα θα άνεβει στον ουρανό
την αγάπη που θα βρω;

Αλήτες, κλέφτες κυριάρχοι στον παράδεισο
ο χάρος, οι διάβολοι ηγέτες κράτους
χαμένος ο έρωτας στην άβυσσο.

Τι να 'πουν οι πεθαμένοι για τη ζωή
αρνήθηκαν μια δεύτερη πνοή
στο πάτο ενός νερού.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Σε εσένα.... σε εμένα....





Ο έρωτας ήρθε αργά στην ζωή μου, και φώτισες την καρδιά μου
ήταν τόσο ωραίος και πικρός, μα πίστεψε με μάτια μου
ήσουν και είσαι τόσο γλυκά μαζί σου.
Η συντροφιά σου είναι μαγική και φιλόξενη, πιστεύω οτί δίνω
ότι μπορώ, να σου δείχνω την αγάπη μου.
Μαζί σου κάθετι μικρό, γίνεται γλυκό, υπέροχο
θέλω να είμαι σε κάθε χαρά, ο πρωταγωνιστής σου
σε κάθε λύπη σου, ο υπευθυνός σου
σε κάθε παραμυθί σου, ο ηρωάς σου.
Σε κάθε όνειρό μου είσαι η φλογερή φωτία
που με ζεισταίνει.
Η ανάσα σου των στεναγμών σου είναι το πιο ερωτικό φίλημα,
τα χέρια μου θα ήθελαν να σε αγκαλιάσουν
οι πόθοι σου στην καρδιά μου να φωλιάσουν.

Στην βραδινή μας γαλήνη
η σκιά της ψυχής μου θα με γλυκάνει
τρυφερά στην έγνοια των φιλιών.
Το γέλιο σου είναι ένα ανύποπτο βλέμμα
του καιρού που περνά και κλέβει της εμπιστοσυνης
το όνειρο.

Αχ! πως μπερδεύτηκα, καρδιά μου, με έδεσε η χαρά
της προδοσίας των φιλιών και των ανεσταναγμών.
Τα δώρα σου, έμειναν κοινά και φωτεινά
μες στης μορφής τα όνειρα, χαμένα.

Είμαι τρελός να σε αγαπώ, αφού σε λίγο θα φύγεις
να λίωνω σε κάθε φιλί που θα χάνω
να νιώθω μόνος που δε ακούω τους παλμούς της καρδιάς.
Όμως ο ηλιος θα μου θυμίζει πως σε αγαπώ
και ούτε σου έκλεψα της καρδιάς τον θησαυρό.

Στην Διονυσία..

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Ανάσα

Ανάσα. Αυτό χρειάζομαι. Μία ανάσα και να μη σκέφτομαι τίποτα.
Βράδυ. Θάλασσα.
Περπατάω δίπλα της, αναπνέω.

Πολλές φορές αισθάνεσαι να πνίγεσαι... ίσως να είναι οι ιδέες και τα λόγια των άλλων που δε σε αφήνουν να αναπνεύσεις, ίσως και να σου δείχουν πως εκείνοι δε ξέρουν την ανάσα τη δική σου. Την ελευθερία σου.

Κάτι σε τρομάζει. Δεν είναι που γλίστρησες και βραχηκαν τα πόδια σου στη θάλασσα, ούτε το τρομαγμένο ουρλιαχτό του παιδιού, είναι που είδες τους άλλους να πέφτουν, να χάνουν τον εαυτό τους, λίγο από το μυαλό τους. Είναι οι φωνές, οι φωνές της αλήθειας. Μάλλον της πραγματικότητας.

Απογοήτευση. Συνειδιτοποιείς πως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, βλέπεις τα ελαττώματα των ανθρώπων που σε σημάδεψαν για μια βραδιά και τρομάζεις. Όταν η αλήθεια η δική σου, η δική μου, δε σημαίνει τίποτα για αυτούς, τρομάζεις. Καταλαβαίνεις όμως, αλήθεια τώρα, γιατί ήταν μια βραδιά... γιατί δεν ήταν μια ζωή.

Η μισή μου αλήθεια και το μισό σου ψέμα.

Αλήθειες, αξίες, ελπίδες, όνειρα. Όλα δικά μου, δικά σου, όταν η αλήθεια τους, είναι η δική σου και το παραμύθι τους, δικό σου.

"Και τ' όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει"

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος

Στο δρόμο που ήμασταν, στο χρόνο που πέρνουσε, στο πόνο που γελούσε, εκεί που ήμασταν μαζί, εκεί που περπατάγαμε μαζί, εσύ ήσουν μόνος σου και εγώ μαζί σου. Σαν όνειρο δικό μου, η αλήθεια η δική σου. Κάθε μουσική και κάθε τραγούδι γραμμένο για μας, για σένα. Τραγούδι θλίψης, αγάπης και μίσους, αλήθεια γιατί;

Καθόμασταν εκεί μαζί και κοιτάγαμε τα αστέρια... τι όμορφα που έμοιαζαν, λίγο φοβισμένα από το μεγαλείο του ουρανού, σαν ψυχές ανθρώπων που ψάχνουν να βρουν το δρόμο τους σε ένα λαβύρινθο σκέψεων. Χάσανε το μίτο της Αριάδνης και τα όνειρα 'μείναν εκεί μέσα παγιδευμένα. Όλα μοιάζουν τελειωμένα, όμως κάτι ακόμη τα αφήνει να λαμπυρίζουν, να δίνουν στους ανθρώπους την ελπίδα, ελπίδα για τα χαμένα όνειρα.

Κάποιος να τραγουδά

Ψάξε να με βρεις
στους στίχους της βροχής
στις σταγονες της ψυχής

στης αγάπης τη γιορτή


...και οι νότες της βροχής να πέφτουν σαν γλυκιές αναμνήσεις πάνω στις ψυχές των ανθρώπων, πάνω στις καρδιές μας, υπενθυμίζοντας μας γλυκά κάθε χαμένο όνειρο, δάκρυ στο πρόσωπό μου.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Παράκληση




Περπατώ πολύ καιρό ψάχνοντας να βρω, το πως και το γιατί. Τυχαία βρίσκομαι στο δρόμο όπου θα δω εσένα πάνω από έναν νέο. Τον κράταγες σφικτά και του έλεγες φοβάμαι. Σε πλησιάζω και σου λέω:

Αγαπημένη μου κλαις
δωσ' μου το χέρι σου
και βάλτο στην καρδιά μου.
Πεθαίνω! με ακούς;
Κάποιο μαχαίρι με παρέλυσε
φεύγει η ζωή στάλα στάλα.
Πάντα μια όμορφη σκέψη
είχα για οδηγό, όμως τα
όνειρά σου τα μπερδεμένα δε θα ζήσω
τα όμορφα ματάκια σου να φιλήσω
τα χειλάκια σου να γευτώ,
κάθε ονειρό μου μαζί σου να δω.
Όμως τώρα ξάπλωσε δίπλα μου
και δώσε μου ένα φιλί σου
και πάρε την ψυχή μου.


Ο νέος ήμουν εγώ, ότι δε πρόλαβα να πω.... μίλησε η πράξη.
Σε παρακαλώ, σβήσε το φως του ουρανού, έρχομαι να σε πάρω.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Ανάμνηση

Με λίγη καθυστέρηση και η δική μου συμμετοχή στο παιχνίδι που μας προσκάλεσε ο JK.

Τα παρακάτω τραγούδια είτε με σημάδεψαν με κάποιο τρόπο, είτε αποτελούν λόγια ειπωμένα και μη, δικά μου ή άλλων.























Υ.Γ. Με τη σειρά μου καλώ όποιον επιθυμεί να πάρει μέρος σ' αυτό το παιχνίδι!

Καλό σας βράδυ! Πολλές αναμνήσεις για μια νύχτα...

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Ωκεανός

-Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι περιμένουμε...
Σιωπή.
-Να είναι πλέον πολύ αργά, κυρία.



Αλεσσάντρο Μπαρρίκο

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Ένα παραμύθι, η αλήθεια μου



Σιωπή.
Μόνο αυτό έχει μείνει. Μόνο αυτό να μείνει.

Μη μιλάς σου λέω. Σώπασε. Όχι άλλο ψέμα.
Μη σκέφτεσαι, μη με κοιτάς. Διάβαζω τη σκέψη σου, διαβάζω το βλέμμα σου.

Δε τρομάζω πια. Σε έμαθα καλά.
Όμως δε σε καταλαβαίνω. Μάλλον... ούτε εσύ δε καταλαβαίνεις τις ίδιες σου τις σκέψεις.

Μη γυρίζεις σου λέω. Σταμάτα. Όχι άλλο ψέμα.

Συνέχισα να κολυμπάω, κουράστηκα. Και λίγο πριν λιγοψυχήσω, βρίσκω στεριά, τη στεριά μου.
Τέλος. Τέλος διαδρομής. Ώρα ηρεμίας, αληθινής ηρεμίας. Τώρα κοιτώ τη θάλασσα μόνη μου, είναι πιο ήρεμη από ποτέ... και ας έχει μερικά κυματάκια.

Ήρεμη.

Μη μ'αγκαλιάζεις σου λεω. Σταμάτα. Όχι άλλο ψεμα.

Κάθε σου λέξη ένα όνειρο γεννά, μια αγάπη, όμορφη. Αγάπη δικιά μας. Κάθε που σωπάς... ένα ψέμα για μένα. Ένας θάνατος της αγάπης. Της αγάπης σου.

Μη μ'αγγίζεις σου λέω. Σταμάτα. Όχι άλλο ψέμα.

Κάθε σου χάδι, γρατζουνιά στην καρδιά. Μαχαιριά στη σκέψη. Κάθε φιλί θάνατος της λογικής... κάθε που σταματάς... ένα ψέμα για μένα. Ένας θάνατος της αγάπης.

Μη μ'αγαπάς. Μη το λες. Μη με κοιτάς, λυγίζω. Σταμάτα. Σταμάτα. Σπάει η καρδιά.
Ήρθες ήρεμα ένα βράδυ...
Φύγε σε παρακαλώ. Έτσι ήρεμα, μαζί με αναμνήσεις, μαζι με αγάπες και λόγια, μαζί με την ψυχή μου.

Να προσέχεις.

Το παραμύθι τελειωσε
κι αρχίζει η ζωή.
Αχ να ταν η αλήθεα σου
σαν ψέμα αλήθινη.
Τι να την κάνω τη ζωή μου
στο παραμύθι θα τη ρίξω να πνιγεί.
Να παραμυθιαστεί η ψυχή μου,
να σε πιστέψει πάλι από την αρχή.
Να σε πιστεύει όταν μ` αγγίζεις,
τις νύχτες όταν ψιθυρίζεις όταν λες
Θα μαι κοντά σου όταν με θες...

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Requiem




"Δε θέλω να σε χάσω"
τα τελευταία σου λόγια πριν το τέλος, που να ήξερα που 'να ήξερες το τέλος.
Λένε όταν πεθαίνεις βλέπεις όλη τη ζωή σου να περνά από τα μάτια σου, εγώ δε θυμάμαι τι είδα μα σίγουρα θα πήγα χρόνια πίσω σε μια εκδρομή εγώ και η "καρδιά" μου πρωταγωνιστές στη δεύτερη ζωή μας. Σου έλεγα ότι "ο παράδεισος είναι τόπος για δεύτερους ρόλους", γελούσες και μου απαντούσες "ζήσε τη στιγμή", το έκανα πάντα.
Ποτέ όμως δε ήθελα να πιστέψω εγώ ή εσύ.... όχι όχι δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Προτιμώ τα παραμύθια είναι πιο απλά, τα ρολόγια της καρδιάς θα ακούνε τις σταγόνες της βροχής.
Επιστρέφω στη πραγματικότητα, "θα ΄μαι κοντά σου όταν με θες", μα πιστέψε όταν σε χρειάστηκα δε ήσουν, πάντα κάτι σε βασανίζει, ίσως η ίδια η ζωή, μελαγχόλησε,θέλησες πολλά, πήρες λίγα. Κι όμως συχνά οι φόβοι σου ήταν αδικαιολόγητοι. Ήσουν στην ψυχή μου σα κατάδικος για εκτέλεση.
Τελειώνοντας η μέρα της επιστροφής έγινε πραγματικότητα μια προτασή σου. Ξέχασα να σου πω πως στις νύχτες ήσουν πιο ωραία και γύρισες και με αγκάλιασες και μου ψυθίρισες σε αγαπώ.... ο χρόνος τελειώσε......

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Κρασί


Τα φώτα κλειστά. Ένα κεράκι στο τραπέζι τρεμοπαίζει, αρνείται να σβήσει, αρνείται το σκοτάδι. Δίπλα ένα ποτήρι, μισοάδειο κόκκινο κρασί. Εγώ μπροστά. Το κοιτώ.

Ασυναίσθητα το αρπάζω, το κρατώ σφιχτά, νομίζω θα το κλέψουν. Κοιτώ μέσα, το μυρίζω. Το κουνάω, ήχος μεθυστικός. Μία ιστορία. Το φέρνω κοντά στα χείλη μου. Κάθε γουλιά μία ανάμνηση.

Το κρασί γλυκό, βαρύ, μεθυστικό, απολαυστικό. Η γεύση στο στόμα εθιστική. Η γεύση της ανάμνησης. "Τις καλύτερες στιγμές δε μπορείς να τις φωτογραφίσεις, δεν είναι μονάχα μια στιγμή για να θυμάσαι", είχε πει κάποιος.

Στιγμές λοιπόν. Σκέψεις. Ταξίδια.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Ξαστεριά

Περπατάς.
Απαλό αεράκι.
Τα μαλλιά σου ανεμίζονται.
Ο αέρας σε αγκαλιάζει και η θάλασσα σου μιλάει.


Τι όμορφη που είσαι! Περπατάς, ήρεμα, αργά. Ο ήλιος σε χαιρετά καθώς απομακρύνεται για ακόμη ένα ταξίδι του, αφηνει τις τελευταίες ηλιαχτίδες του να χαιδέψουν το πρόσωπό σου και να σε αποχαιρετήσουν. Εσύ, χαμογελάς.

Το βλέμμα σου πλανεμένο, ταξιδεύει στη θάλασσα.
Η ψυχή σου ανοιχτή, ξέγνοιαστη, χορεύει στις απαλές νότες των κυμάτων.
Το μυαλό σου άδειο, έτοιμο να παραδωθεί στο αθώο μπλε του βυθού.

Περπατάς.
Ξυπόλιτη.
Η άμμας δροσερή.
Εσύ ελεύθερη, αδάμαστη στη φύση.
Και εκείνη γλυκιά, φιλική, έτοιμη να σε γνωρίσει.
Και εσύ ανοιχτή, ελεύθερη, έτοιμη να τη γνωρίσεις.

Πρώτη φορά σε βλέπω τόσο ήρεμη. Λίγο ο καιρός, λίγο η ησυχία, λίγο η ξαστεριά όχι μόνο του ουρανού, αλλά και των σκέψεών σου, είσαι πάλι εσύ.

Ο ήλιος πια έχει χαθεί... ο ουρανός απέκτησε ένα μωβ σκούρο χρώμα, εσύ αδυνατείς να αντισταθείς... επιταχύνεις το βήμα σου, νομίζεις θα γυρίσεις πίσω. Κουράζεσαι.. σταματάς.

Φόβος.
Πάλι.
Όχι αυτή τη φορά δε θα τα καταφέρει.... ξαπλώνεις στην υγρή πια άμμο, κλείνεις τα μάτια, ονειρεύεσαι το πανέμορφο αυτό πορτοκαλί του ουρανού και αποκοιμιέσαι.
Αύριο η βόλτα σου θα κρατήσει περισσότερο.

Κράτα oμορφιά...
Κράτα λίγο ακόμη μονάχα.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Μουσικό κουτί...

Ήσουν εκεί δίπλα μου, σε θυμάμαι ξεκάθαρα... τι αγγελικός που έμοιαζες!
Λίγο η βροχή, λίγο η μέθη, τάχα σε όνειρο νόμιζα πως ήμουν.

Ξύπνησα. Κρύο. Καταχνιά. Το παράθυρο είχε μείνει ανοιχτό. Ήταν εκείνη η αναγκή να ακούω τη βροχη καθώς θα ηρεμώ, καθώς θα με παίρνει ο ύπνος. Κοίταξα δίπλα μου... δεν ήσουν εκεί, είχες χαθεί, είχες χαθεί μαζί με τη βροχή σαν τα δάκρυα που έτρεξαν στο πρόσωπο, σαν το νερό που το πάτησε ο κόσμος. Μπερδεύτηκα. Σηκώθηκα αργά απο το κρεβάτι και πλησίασα το παράθυρο σα να περίμενα κατί, σα να σε ένιωθα εκεί.

Ναι ζωή μου... αυτό έκανες πάντα όταν έβρεχε καθόσουν στην παγωνιά, ίσως και να καθόμασταν μαζί και άκουγες τον μελωδικό ήχο της βροχής, ήχος που μιλούσε στην ψυχή σου, ήχος βγαλμένος από τη ζωή σου. Κοίταξα έξω... μονάχα ο ήλιος να κρύβεται στα συννεφα, φοβόμενος να ανατείλει... εσύ πουθενά. Ανησύχησα. Μάζεψα όλους τους ήχους στο κουτάκι που μου είχες χαρίσει τότε που μου έλεγες πως θα είμαστε μαζί για πάντα και αν ποτέ πεθάνεις άγγελος θα γίνεις να με προσέχεις όταν κοιμάμαι. Δάκρυσα... θυμάμαι.

Εκλεισα προσεχτικά το χειροποίητο, σκαλιστό, ξύλινο κουτάκι, με τις καμπύλες και τις γραμμές που είχε χαραγμένο επάνω του, που έμοιαζαν με τη ζωή, με τη μουσικότητα που ζούσες...

Μπήκα μέσα. Ζέστη... Κάηκα. Μας έφτιαξα καφέ... ζεστό, σκετό, όπως η αλήθεια όταν αντικρίζεται, όπως ο καφές όταν κρυώνει, όπως η ζωή όταν... τελειώνει. Το ποτήρι μου άδειασε... το δικό σου εκεί άθικτο. Μήπως άλλαξε η μούσικη και δε σου αρέσει πια η ζωή; Έβαλα το παλτό, πήρα την τσάντα μου και την ομπρέλα σου. Κατέβηκα βιαστικά στις σκάλες και ανέβηκα ήρεμα στο πεζοδρόμιο. Η βροχή συνέχιζε να τραγουδάει το δικό της ρυθμό και εγώ ελεύθερη χόρευα, καθώς οι σταγόνες έτρεχαν στο πρόσωπο.
Είμαι σίγουρη πως εκείνοι οι δύο αναρωτήθηκαν γιατί κράταγα την ομπρέλα κλειστη. Ίσως δεν αναρωτήθηκαν όμως γιατί εκείνοι την κράταγαν ανοιχτή... Μήπως φοβόντουσαν πως δεν ξέρουν να χορεύουν;

Προχώρησα. Μου έκανε εντύπωση που όλοι έτρεχαν και ας ήταν Κυριακή χαράματα ακόμη.
Πέρσα απέναντι. Κοίταξα μια ταμπέλα που μου έκανε εντύπωση. Κοντοστάθηκα. "Πωλείται." και δίπλα ένα σχόλιο γραμμένο με μικρά, φοβισμένα, σχολαστικά γράμματα... "μόνο η ανάμνησή σου έχει μείνει..."

"Με συγχωρειτε".... "Δε σας είδα που στεκόσασταν εκεί."... "Μα είστε μούσκεμα... περάστε να σας κεράσω έναν καφέ".
Σάστισα. Ο γεράκος.... πάλι αυτός, δε του έμοιαζε. Όμως η αίσθηση... Αυτός είναι.
Αυτός.

Τον κοίταξα μάλλον με ευγνωμοσύνη και ας μην ήταν το νερό που με ενοχλούσε αλλά το βάρος της μουσικής. Πέρασα μέσα. Ζεστασία, ζεστασιά από αυτή της αγάπης, της ζωής.
"Σκέτο;", με ρώτησε.
"Ναι", ήμουν σχεδόν σίγουρη πως θα το ήξερε.
Καθίσαμε στο στρογγυλό τραπεζάκι. Σκαλιστό.
Μα...
Οι γραμμές... οι καμπύλες... Τρόμαξα. Τον κοίταξα.
"Μη φοβάσαι."
χαμογέλασα...
"Μη κλαις, μη κλαις μικρή μου, το ξέρεις πως είναι ακόμα εδώ."
"Όχι, έφυγε, έφυγε απο αυτόν τον κόσμο, έφυγε...", πνίγηκα στο κλάμα. Έβγαλα το κουτάκι από την αριστερή τσέπη του παλτού μου. Με κοίταξε ο γεράκος, χαμογέλασε, αισθάνθηκα την αγάπη του...
"Άνοιξέ το. Θα δεις πως είναι πάντα εδώ, εδώ να σε προσέχει."
Σούφρωσα τα φρύδια... πώς... πώς τα ήξερε όλα αυτά; Ακούμπησα το κουτί πάνω στο τραπεζάκι.

Το άνοιξα αργά, σα να φοβόμουν. Φοβόμουν το περιέχομενο. Μια γλυκιά μελώδια με αγκάλιασε, νομίζω όλο το σπίτι γέμισε από αυτήν. Η φωτιά στο τζάκι τρεμόπαιξε και φούντωσε ξαφνικά, σα να χόρευε και αυτή. Δάκρυσα.
"Ναι γλυκιά μου... να χαμογελάς. Το ξέρεις πως πάντα θα είναι εδώ, αρκεί τη μελωδία του να ακούσεις και την ομπρέλα σου να κλείσεις."

Γύρισα στο σπίτι. Ο καφές σου ήταν ακόμη στο τραπέζι.
Τώρα θυμήθηκα. Ήσουν εκεί το βράδυ, όπως μου είχες υποσχεθεί... να με προσέχεις.
Σε ευχαριστώ άγγελέ μου.

Πήρα το κουτάκι μας και το τοποθέτησα προσεκτικά δίπλα στο κρεβάτι, άνοιξα το παράθυρο και έμεινα να κοιτάζω τη βροχή... τον ήλιο που ήταν κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα, τον ήλιο που βιαζόταν να δύσει, να φύγει...
Μονάχα για να έρθει πάλι φοβισμένα το χάραμα.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Ένα παιδί...



Και να ύστερα από πολλές περιπλανήσεις βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο, είναι ένα παγωμένο βράδυ Δεκέβρη ίσως είναι η τελευταία νύχτα. Βρισκόμαστε εδώ για να σου πω "πως μόνο ένα βράδυ ενίωσα τόση ζεστασία, στο άκουσμα το σε αγαπάω", ξέρεις ήταν τόσο ωραίο. Ο κόσμος μόλις είχε αρχίσει να κόβει τις συνηθισμένες του βόλτες, τι με νοιάζει εμένα ο κόσμος είναι ακατανοήτος, χυδαίος, είμαι ξεγραμμένος ακόμα και από αυτό που λένε ζωή. Όταν είπες χωρίζουμε αισθάνθηκα ότι ήμουν πιόνι, ότι τα λόγια δε μετρούν και μάλιστα οι πράξεις, όμως ξαναγύρισα πίσω στη μελαγχολία και στο πόνο μου. Δε με νοιάζει αν θυμάσαι το ονομά μου αφού πλέον όλοι ξένοι είμαστε, ένα θα θυμάμαι από έσενα παίξε, χάσε, κλάψε, σβήσε, γέλα..
Τελικά έμεινα μόνος να κυνηγώ φαντάσματα και να υπερασπίζομαι όνειρα..

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Γράμμα σε ένα "αστέρι"

Γράμμα σε μια ψυχή που ξεκίνησε για το μεγάλο της ταξίδι, ταξίδι στην αιωνιόητα, αιωνιότητα των σκέψεών μας αιωνιότητα αγάπης, αγάπης κατοικούμενης στις καρδιές μας.

Πάλευες, πάλευες για μια ζωή,
τη ζωή σου
Ήλπιζες, ήλπιζες για μια ζωή,
ζωή των άλλων.

Το χαμόγελο σου,
χαμόγελο βγαλμένο από παραμύθι
η ψυχή σου,
ψυχή αγνή, αγνή σαν το κρίνο

Ο αρχάγγελος ήρθε σε σένα
κρίνο να φέρει
τον πόνο σου ξέρει
μαζί του σε παίρνει.

Πάλευες, προσπαθούσες,
ήλπιζες, χαμογελούσες
χαμόγελο αγάπης
πάλη ζωής.

Αγώνας...
αγώνας πόνου,
με πόση δύναμη
τη νίκη πλησίαζες
με τι πυγμή
τη νίκη διεκδικούσες.

Νίκησες τελικά,
ναι νίκησες τον πονό,
τη ζωή ξεπέρασες,
την αιώνιότητα έφτασες.

Και ο άγγελος μαζί του σε πήρε
σε κείνον έμοιαζες,
έμοιαζες πολύ...

Αγάπησες τον κόσμο,
βοήθησες εκείνους,
χαμόγελα σκόρπισες,
ψυχές εγκλώβισες

Ψυχή μεγάλη, καρδιά γεμάτη
ζωή μικρή, πόνος πολύς,
φίλοι καλή, γιορτή πικρή
ζωή μικρή, πόνος πολύς

Ταξιδεύεις, στον ουρανό
για τον παράδεισσο πηγαίνεις
ανάμνηση μένεις
για τον παράδεισο πηγαίνεις.

Χαμογελάς, τους χαιρετάς
Δάκρυα πολλά, δε σε διακρίνουν
τους συγχωρείς και περιμένεις
διαμάντι είσαι και γυαλίζεις,
γυαλίζεις σε κάθε τους δάκρυ,
δάκρυ πονόβρεχτο στα πρόσωπά τους,
δάκρυ αγάπης στο πρόσωπό σου.

Ξαπλωμένη εκεί, εκεί άγγελε,
με μάτια κλειστά,
πρόσωπο αγγελικό,
καρδιά ακίνητη.. σταματημένη.

Όλοι γύρω σου
για σενα ψελνουν μικρή μου,
όλοι γύρω σου
για θαύμα ελπίζουν μικρή μου.

Το σώμα εκεί, φανερό.
Η ψυχή δίπλα τους, κρυφή.
Σε αισθάνονται και ελπίζουν,
δε σε βλέπουν και κλαίνε.

Φτιάχνεις ενα βασίλειο,
το σπίτι σου στον ουρανό.
Τους κοιτάς από ψηλά,
μια αγκαλιά θες να του κάνεις...

"Καλά είμαι, μη στεναχωριέστε,
μόνο να με θυμάστε,
να με θυμάστε

και εγώ σε βασίλεια θα ζω..."

να τους πεις μοναχα
και ύστερα να χαθεις,
να χαθείς στο βασίλειό σου,
βασίλειο της ψυχής,
βασίλειο ανάμνησης,
βασίλειο θανάτου...

Και εκείνος, η αγάπη σου
εκεί, εκεί κοντά...
υπερνίκησε τα πάντα,
κοντά σε σένα πάλευε

του έδινες δύναμη,
δύναμη ψυχής,
αγκίγματα,
αγκίγματα καρδιάς.

Και εκείνος, αχ εκείνος
σε αγαπάει τόσο,
σε αγκαλιάζει, σε φιλάει
τον κοιτάς χαμογελάς.

Μαζί εκεί, να παλεύεται
για έναν αγώνα,
αγώνα αγάπης
αγώνα ζωής.

Καλό ταξίδι ψυχή των χρωμάτων...


Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Κοίτα με... μια στιγμή, μονάχα μια στιγμή

Είσαι εδώ, για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό αισθάνομαι έντονα την παρουσία σου, τη ζεστασιά σου. Καυτή αναπνοή, εκφραστικό βλέμμα, χαμόγελο βγαλμένο από παραμύθι. Η παρουσία σου, το ταξίδι μου. Ταξίδι πίσω στο χρόνο, σ' εκείνη την Αυγουστιάτικη μέρα, σ' εκείνο το απόγευμα, θεέ μου, πόσο γνώριμα όλα αυτά. Ταξίδι στη ζωή.

Σε κοιτώ ___________________Με κοιτάς
Σε παρατηρώ________________Μ' αγκαλιάζεις
Χάνομαι ___________________Με φιλάς
Ταξιδεύω ___________________Σταματάς
Σε θυμάμαι __________________Με θυμάσαι
__________Θεέ μου πόσο μου 'λειψε_________

Καθόμαστε εκεί, δεν υπάρχει τίποτα άλλο, δε βλέπω τίποτα, εκτός από εσένα, αισθάνομαι την παρουσία σου και μου είναι αρκετό... Πόσο μου 'λειψε η παρέα σου άραγε...;

Ανοίγει η αυλαία, εμείς πρωταγωνιστές σε ένα θέατρο που ίσως διαλέξαμε μόνοι μας, στο θέατρο του παραλόγου. Τα φώτα σβήνουν, προβολείς...

Όχι καρδιά μου, όχι ανάκριση,
γλυκιά ομιλία, γλυκιά παρουσία
αυτό ζητώ, αυτό σε παρακαλώ
μη χαμηλώνεις το βλέμμα
μη ξεχνάς εμενα

Η παράσταση αρχίζει... διηγητής η ανάμνηση, ομιλητής εσύ, πλοκή η ζωή μας, οι στιγμές μας, κοινό οι καρδιές μας, σενάριο... χαμένο, τώρα εσύ είσαι ο συγγραφέας, γράφεις για εμάς, μα χάνεσαι στη θάλασσα των λέξεων, της αγάπης. Πεθαίνεις μια στιγμή. Βιάζεσαι η αυλαία έχει σηκωθεί. Αυτοσχεδιάζεις. και... με κοιτάς. Μιλάς, προσπαθείς να μου εξηγήσεις, νομίζω απομακρύνεσαι, μπέρδεψες τους ρόλους, είσαι πια ο φόβος σου, η φυγή που δεν ήθελες ποτέ, αλλά πάντα φοβόσουν... Προσπαθώ να σε σταματήσω, αλλά... έχεις γίνει ένα με το ρόλο, αντικαθιστάς κάθε όνειρό σου με εφιάλτη, κάθε ελπίδα με στάχτη, κάθε τι δικό σου με του κόσμου την ασχήμια.

Η παρουσία σου υπαρκτή, αλλά επιβλητική.
Η απουσία σου υπαρκτή, αλλά εφιαλτική.

Φοβάμαι.
Κοίτα με για μια στιγμή, μια στιγμή μονάχα και με φτάνεις, λίγο ακόμα ψυχή μου... όχι μη τρομάζεις, μη φεύγεις πάλι, μη χάνεσαι στο τίποτα... όχι τώρα. Όχι τώρα που επέστρεψες.
Κοίτα με. Μονάχα για μια στιγμή.

Η παρασταση τελειώνει... το κοινό, αποηγοητευμενο... γύρνα για το χαιρετισμό, γύρνα για το ρόλο σου, γύρνα για την αγάπη σου...
Στάσου. Για μια στιγμή μονάχα.

Η αυλαία έχει πέσει. Επιβλητική. Βαριά. Θανάσιμη.
Και εσύ χάθηκες για πάντα και εγω... Έγω πέθανα για μια στιγμή, χάθηκα για μια ζωή.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Ελπίδα . . .




Όλα αυτά που αφήσαμε
στη σκόνη του χρόνου
εμείς που ζήσαμε
την ανάγκη του πόνου

Τα όνειρα που χάσαμε
ελπίδες που κερδίσαμε
το χρόνο που σταματήσαμε
οι καιροί που μας ακολουθήσανε