Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Για χάρη...


Απόψε, κρυώνεις. Ξαπλώνεις για μια στιγμή, να αφήσεις ένα δευτερόλεπτο την κούραση σου να ξεχαστεί, όμως, δεν κρατιέσαι και δακρύζεις, κλαις.

Γιατί; Ρωτάς τον εαυτό σου, αλλά καμιά απάντηση, μονάχα μια καταιγίδα σκέψεων, πολλά αν, γιατί, πώς. Προσπαθείς να βάλεις μια τάξη, μια ισορροπία στην σκέψη, γιατί γνωρίζεις ότι οι σκέψεις δεν έχουν λογική. Μερικές εβδομάδες πριν γέλαγες με αυτές τις ίδιες σκέψεις, μα σήμερα κλαις. Δε σε καταλαβαίνω. Τι λείπει αυτή τη νύχτα; Και τι μπορείς να αλλάξεις; Τίποτα. Δεν ξέρεις καν αυτά τα αν γιατί τα σκέφτεσαι, ούτε άλλα μονοπάτια αν θες να ακολουθήσεις.

Φταίει εκείνο το κρύο ξημέρωμα στο μετρό, η αγκαλιά που σήμαινε τόσα πολλά, τα χέρια που κρατιόντουσαν σφιχτά σαν να μην υπάρχει αύριο, γιατί στην πραγματικότητα, το αύριο θα ξημέρωνε διαφορετικό, θα μας έβρισκε σε άλλα μέρη, σε γνώριμα, που έμοιαζαν ξένα, μα τα ένιωθες σπίτι. Δεν ήσουν έτοιμος να γυρίσεις σπίτι, δεν ήμασταν έτοιμοι να πούμε αντίο σε αυτά που δεν είχαμε το χρόνο να ζήσουμε. Χώθηκα στα ζεστά σου χέρια και, αλήθεια σου λέω, δεν υπήρχε πιο όμορφη αγκαλιά, τόσο ειλικρινής, ζεστή. Κρατιόμασταν στη πόρτα, ο έντονος ήχος που προειδοποιεί τον επερχόμενο διωγμό μας, ακούγεται τόσο σπαρακτικός για πρώτη φορά, κοιταζόμαστε, οι πόρτες κλείνουν και δακρύζουμε. Σε λίγες ώρες θα είμαστε μακριά, πολύ μακριά, κι εκείνη τη στιγμή δε συνειδητοποιούμε τι κενό έμεινε στις καρδιές μας και φτάνουμε σήμερα εδώ, χρόνια μετά, σε μια πικρή νύχτα να αναρωτιόμαστε και να προσπαθούμε λογικά να πείσουμε το μυαλό πως δεν έχει νόημα να κλαις, ούτε να αναρωτιέσαι, γιατί δε ξέρεις καν το γιατί.

Μα απόψε, καμιά λογική δε φαίνεται να βοηθάει, σκέφτεσαι πως αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα. Πάλι, όμως, θα είμαστε σε διαφορετικά πρωινά, μα τουλάχιστον ελπίζεις το αύριο να μοιάζει με ζεστό πρωινό του Σαββάτου.


Καληνύχτα.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Πεφταστέρι


Κοιτώ το φεγγάρι που καθρεφτίζεται στο πάτωμα και φαίνεται τόσο όμορφο. Σηκώνομαι, κατευθύνομαι προς το παράθυρο και χαζεύω τη νύχτα. Έχει δροσιά, οριακά κρυώνεις. Τα φώτα της πόλης τρεμοπαίζουν και τα αστέρια χορεύουν στον δικό τους ρυθμό. Μοιάζουν τόσο τυχαία διασκορπισμένα, αλλά είναι όλα ακριβώς εκεί που πρέπει. Σε ασφαλείς αποστάσεις από τη σύγκρουση, σε μια αρμονική κίνηση στο δικό τους όνειρο. Σε κάνει να σκέφτεσαι ποια είναι αυτή η απόσταση τελικά, η ασφαλής, που σε κρατάει σε τροχιά γύρω από τους ανθρώπους, ασφαλή από τη σύγκρουση ή την απομάκρυνση. Μα είναι έτσι αυτές οι σχέσεις που οι αποστάσεις συνεχώς αλλάζουν με τυχαίους ρυθμούς που δε μπορείς να προβλέψεις. Σκέφτεσαι ποιος αλλάζει σε αυτή τη πορεία και όλα χρειάζονται νέους υπολογισμούς. Μήπως είσαι εσύ; Και αν ναι, τότε τι ζητάς; Τι ψάχνεις; Γιατί κλαις;

-          - Έχει ψύχρα σήμερα!

Σαστίζεις. Χαμηλώνεις το κεφάλι και βλέπεις αυτό τον γνωστό άγνωστο γεράκο με αυτό το αμφιλεγόμενο χαμόγελο.

-          - Πώς βρεθήκατε εδώ;

Ρωτάς ανούσια, γιατί δεν έχεις τίποτα να πεις. Έχεις τόσες σκέψεις μπερδεμένες στο μυαλό σου που απλά προσπαθείς να αποφύγεις.

-          - Με κάλεσες.

Τον κοιτάζω, δήθεν σαστισμένη και δακρύζω.

-        - Γιατί κλαις; Δεν είναι κακό, αλλά κάποιες φορές νομίζω υπερβάλλεις.

Νευριάζω, αλλά δεν έχω καμιά απάντηση.

-       - Οι άνθρωποι μας απογοητεύουν. Το έμαθες αυτό πια. Είτε είναι ένας άγνωστος στο δρόμο, είτε ένας φίλος, είτε η οικογένειά μας, είτε ο ίδιος σου ο εαυτός. Πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις τι πραγματικά συμβαίνει. Αλήθεια, ήταν εσύ ή αυτός;

Σηκώνω πάλι το κεφάλι μου και χαζεύω τα αστέρια. Ίσως και να ήμουν εγώ, που άλλαξα, όχι όμως για να με απογοητεύσω, απλά για να με προστατεύσω. Από τι δε ξέρω. Προχωράς στη ζωή και αναρωτιέσαι τι ψάχνεις. Πολλές φορές το αναζητάς απεγνωσμένα. Αλλά στην πραγματικότητα, δεν έχεις ιδέα πού πας, βαδίζεις ελπίζοντας να φτάσεις κάπου που θα αξίζει. Ξεχνάς πως το σημαντικότερο είναι το ταξίδι και δε ψάχνεις συνταξιδιώτες, μονάχα ελπίζεις εκεί που θα φτάσεις να βρεις τον προορισμό σου.

-       - Ίσως πρέπει να σταματήσεις να το κάνεις αυτό. Σταμάτα να βαδίζεις για μια στιγμή και αναλογίσου τι σε περιβάλλει, σε ποιο δρόμο βαδίζεις και πού θα καταλήξεις. Έλα να κάτσουμε σε αυτό το παγκάκι, δίπλα στη σπασμένη λάμπα.

-      - Γιατί επεμβαίνεις στη σιωπή μου; Δεν είπα τίποτα από αυτά.
-       - Δε χρειαζόταν. Το ξέρεις ότι είμαι μέσα στο μυαλό σου. Μη ψάχνεις για μαγικά κόλπα, απλά κοίτα λίγο πιο προσεκτικά.

Τον κοιτώ σαστισμένος. Νιώθω ευάλωτος, εκτεθειμένος, σαν ένα ανοιχτό βιβλίο στη βροχή που το ποδοπάτησε ένας άγνωστος.

-      - Εντάξει. Μπορείς να κάτσεις. Αλλά, σταμάτα να μιλάς και πραγματοποίησε την ευχή μου.

Καληνύχτα.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Μέχρι τότε

Μου λείπεις. Όταν σε βλέπω θέλω τόσο πολύ να στο πω, μα ξέρω πως δεν έχει νόημα. Ξέρω κάποιες φορές η τύχη μας τα φέρνει έτσι, που δε μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Πιθανότατα αυτές οι φορές να είναι ελάχιστες ή ακόμη να μην έχουμε το κουράγιο, την πίστη ή την δύναμη να τις αλλάξουμε βασιζόμενοι σε ένα προαίσθημα. Απλά ελπίζω να μην αργήσει η φορά που θα σε γνωρίσω ξανά από την αρχή, όχι εσένα συγκεκριμένα αλλά εσένα που θα αντιπροσωπεύεις όλα αυτά που αντιπροσώπευες. Φοβάμαι, πως αργεί αυτή η στιγμή, η στιγμή που η τύχη θα μας τα φέρει πάλι αλλιώς, λίγο πιο αισιόδοξα, λίγο πιο παραμυθένια.

Χαζεύω τη θάλασσα και θυμάμαι εκείνη τη μέρα που χαζεύαμε μαζί τα φώτα της πόλης με ένα ποτήρι κρασί, ένα χαμόγελο και μια αδικαιολόγητη αισιοδοξία, αφέλεια θα την ονόμαζα τώρα. Χαμογελάω για εκείνη τη στιγμή, δακρύζω για την αφέλειά μας και κλαίω για τις στιγμές που δε ζήσαμε.

Ελπίζω σε εκείνον να εμφανιστεί ξανά, μα τούτη τη φορά να είναι λίγο πιο πραγματικός, να θυμίζει αυτό που αντιπροσωπεύεις και να είναι εδώ.


Σου σκάω ένα χαμόγελο για καληνύχτα και ελπίζω απόψε να μη σ’ ονειρευτώ ξανά.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Καλή τύχη!

Σήμερα ο αέρας ξεσήκωσε, κάθε φύλλο, κάθε κλαδί και δέντρο και μαζί τόσες σκέψεις που στεκόντουσαν εκεί στη γωνία σα μαλωμένες και περίμεναν. Σκέψεις που από τη μία δεν ήθελες να παραδεχτείς γιατί σε οδηγούν σε μία νέα διαδρομή και βασικότερα σε άλλους ανθρώπους και από την άλλη έχουν γίνει τέτοιο κτήμα σου πια που η παρουσία τους έχει γίνει ασφυκτική.

Σκέφτεσαι αν θα πρέπει να τις εναγκαλιστείς όπως ακριβώς είναι ή να αφήσεις την αλλαγή να έρθει σιγά. Για ποιον, όμως; Για εσένα ή τους άλλους; Θα έλεγα για σένα, αλλά νομίζω πως κάθε φορά που ερχόταν μια αλλαγή, σου ήταν απλά τόσο εύκολο να προσαρμοστείς, τόσο φυσικό, γιατί άλλαζες μέσα από τις καταστάσεις που προέκυπταν και τις εμπειρίες που κέρδιζες.

Έτυχε προχθές, να συζητήσεις για το αν τελικά ο άνθρωπος αλλάζει. Μέσα από τη δική σου αλλαγή, ήταν τόσο εύκολο να προσδιορίσεις τους όρους που μπορεί να οδηγήσουν στην αλλαγή ενός ανθρώπου. Είναι οι εμπειρίες του, οι αλλαγές στη ζωή του άμεσα και έμμεσα που διαμορφώνουν σιγά σιγά κάποιον άλλον, κάποιον που μπορεί μετά από ένα χρόνο ούτε ο ίδιος να αναγνωρίζει, αλλά τον χαιρετά με ένα χαμόγελο από μακριά και τον ευχαριστεί γιατί αν δεν ήταν αυτός τότε, δε θα ήσουν εσύ τώρα.

Δεν ξέρω αν είναι αλλαγή ή εξέλιξη, αλλά είναι κάτι διαφορετικό, κάτι νέο, κάτι που μοιάζει να σου ταιριάζει περισσότερο. Το πρόβλημα είναι τι ή ποιος από το παρελθόν σου θα ταιριάξει με το παρόν σου και πώς όλα αυτά θα ισορροπήσουν σε μια διαδρομή που τρέχεις με οριακή ταχύτητα και είσαι ανήμπορος να την αλλάξεις με φόβο μήπως τελικά μείνεις στάσιμος ή εκτροχιαστείς.

Ελπίζω το δύσκολο αυτό ταξίδι σου ακόμη μια φορά να σε δικαιώσει και να είναι η διαδρομή σου τελικά τόσο γλυκιά όσο το αποτέλεσμα που θα ορίσει τη νέα σου αρχή.

Καλή τύχη μικρέ μου

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Just a little I do



Στέκεσαι εκεί, κρυμμένος πίσω από το γκρίζο σου πέπλο, αγέρωχος, απέραντος. Προσπαθώ να σε κοιτάξω στα μάτια κι ας τυφλωθώ, αλλά είσαι χαμένος σε έναν άλλο κόσμο μακριά από τον δικό μου. Ξυπνάω λίγο πριν το χάραμα ελπίζοντας πως θα ξυπνήσεις δίπλα μου, αλλά λείπεις. Γνωρίζαμε κι οι δύο την κατάληξη αυτή πριν ακόμη πούμε το τελευταίο μας αντίο, αλλά πώς να πιστέψεις ότι αυτό που τόσο καιρό είχες δίπλα σου δεδομένο, δοσμένο και ολοκληρωτικά δικό σου, ξαφνικά θα εξαφανιζόταν; 

Θυμάμαι το τελευταίο μας ταγκό, εκείνο το σούρουπο λίγο πριν την τελευταία ηλιαχτίδα, δίπλα στην χάλκινη θάλασσα που καθρεφτιζόμασταν εμείς, εμείς και ο έρωτάς μας. Η ηλιαχτίδα χάιδευε το χαμόγελό μας, τα πόδια μας ήταν βρεγμένα και το αλάτι έκαιγε το σώμα μας. Η μουσική, μας υπενθύμιζε τη μελαγχολία εκείνου του θλιβερού δειλινού και τα βήματά μας ακολουθούσαν αργά το ρυθμό της, πιστά, καρτερικά. Ήμασταν εμείς, η μουσική και ο απόηχος των κυμάτων που αγκάλιαζαν τους βράχους κάθε φορά σαν να ήταν η τελευταία και τους άφηναν πάλι πίσω σε μια δακρυσμένη παραίσθηση.

Χθες, δεν άντεχα άλλο την απουσία σου. Μου είχες λείψει τόσο πολύ, νόμιζα πως άκουγα τη φωνή σου πίσω από εκείνο το πέπλο σε μια ουράνια μελαγχολική συγχορδία, αλλά κάθε φορά που έβγαινα έξω να σε βρω δεν υπήρχε τίποτα, μονάχα μια παγωμένη σιωπή και ένα γκρίζο παράπονο. Χθες όμως, χθες άκουσα το γέλιο σου και αυτό δε μπορεί να με πλανέψει, δε μπορεί. Βγήκα έξω, κάθισα σε εκείνο το σπασμένο παγκάκι δίπλα στο πεθαμένο ποτάμι, γύρισα προς το μέρος σου, έκλεισα τα μάτια μου, άδειασα κάθε σκέψη μου και σε άφησα να με πλησιάσεις, να με αγκαλιάσεις, σου χάρισα ένα χαμόγελο, μου χάρισες μερικές ματζόρε νότες, μείναμε λίγο εκεί στη ζεστασιά των αγγιγμάτων μας, μέχρι που άρχισες πάλι να απομακρύνεσαι και το γέλιο σου πια δεν ακουγόταν και η φωνή σου ήταν ξανά μια πλάνη.

Μέχρι την επόμενη φορά ήλιε μου, μέχρι την επόμενη φορά.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ένας κομπάρσος στη θέση πρωταγωνιστή


Μια μέρα, όπως η σημερινή είναι που σου λείπει εκείνη η αγκαλιά. Χαζεύεις τον έναστρο ουρανό ελπίζοντας πως οι σκέψεις θα εξαφανιστούν μέσα στο αχανές μαύρο του, που σήμερα, ούτε ένα σύννεφο δε το προσβάλλει. Ανοίγεις το παράθυρο να πάρεις μια ανάσα, το κρύο είναι τσουχτερό και σε διαπερνά και μαζί με αυτό κατακλύζεσαι από τις αναμνήσεις σου. Σου θυμίζει το κρύο εκείνης της νύχτας. 

Ήταν μια νύχτα που την ένιωθες τόσο ζεστή, με τις φλόγες από το τζάκι να σε ζεσταίνουν, την αγκαλιά από τον έρωτα να σε κρατάει ασφαλή και τη ζάλη από το κρασί να σε κάνει να χαμογελάς λίγο παραπάνω από ότι συνήθως. Ήταν μια νύχτα που όλα έμοιαζαν όμορφα. Ήταν η ίδια νύχτα, που λίγες ώρες μετά το τζάκι δε σε ζέσταινε πια και η αγκαλιά δεν ήταν εκεί, το χαμόγελο από το κρασί είχε εξαφανιστεί και τα λόγια σου είχαν χαθεί στον τυφώνα ενός ψέματος. 

Ξαπλώνατε εκεί γυμνοί από τις αλήθειες σας, ανήμποροι να αλλάξετε το οτιδήποτε. Ο ήρωας της ιστορίας σας είχε εξαφανιστεί οικειοθελώς. Σας είχε παρατήσει εκεί, ντροπιασμένους, γυμνούς και μόνους. Κανένα ψέμα, καμιά αλήθεια, καμιά σκέψη και κανένας ήχος, με νόημα ή χωρίς δεν ήταν ικανός να σας σώσει, από την μια από την αφέλεια και τη άγνοιά σας και από την άλλη από τον καθωσπρεπισμό σας. Τα είχατε πει όλα, τα λόγια δεν είχαν νόημα πια και κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Εσύ ήθελές να εξαφανιστείς και εκείνος να χαθεί μαζί με τον ήρωα.

Και έτσι, με τις σκέψεις σου και τα λόγια του, με τα κρυφά δάκρυα, τις δικαιολογίες και τα ανέκφραστα πρόσωπα εξαφανιστήκατε στην βουβή νύχτα. Ο καθένας σας είχε τόσους λόγους για να φύγει και άλλους τόσους για να μείνει. Ο εγωισμός και ο καθωσπρεπισμός σας, όμως, δεν άφηνε περιθώρια να δείτε καθαρά, να μιλήσετε ειλικρινά και να κάνετε απολογισμό των απωλειών σας.

Εκείνη τη νύχτα έχασες πολλά. Αυτή τη νύχτα πρέπει να το ξεχάσεις. Ξέρω δε θα το έκανες εσύ αυτό, δε θα το προσπερνούσες καν, μα είναι και εκείνος ο άλλος και πώς θα συνυπάρξετε οι τρεις σας διαφορετικά; Και αν δεν ήταν γι αυτό, πώς θα άφηνες στη χαζή Ελπίδα να ζήσει ακόμη λίγο; Δε μπορείς να της το αρνηθείς. Όχι ακόμη τουλάχιστον. 

Σταματάω να σου μιλάω για απόψε. 
Δε σκέφτεσαι καθαρά. 
Δεν είσαι εσύ.

Μονάχα να προσέχεις. Μονάχα αυτό.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Συννεφιά

















Και εκεί που η ηλιαχτίδα χάιδευε τα μάγουλό μας, πετάγεται το σύννεφο και την κρύβει. Κοιτάς προς τον ουρανό και αυτός μαυρίζει. Νιώθεις σταγόνες πια στο πρόσωπό σου... αλλά δε βρέχει. Είναι τα δάκρυά σου που κυλάνε και δε ξέρεις γιατί. Το φεγγάρι, κάπως άδειο, κρέμεται στον έναστρο ουρανό που σήμερα είναι τόσο καθαρός και οι αστερισμοί τόσο εύκολο να τους εντοπίσεις και λες πως κάτι θα υπάρχει εκεί, κάποιος άλλος ήλιος για να βοηθήσει, κάποια άλλη αχτίδα. 

Αλλά δε μπορείς σήμερα να τη δεις, τα μάτια σου είναι θολά και στο τηλέφωνο δεν απαντά κανείς. Μια μέρα όπως σήμερα είναι που χρειάζεσαι μια στοργική αγκαλιά πιο πολύ από ποτέ. Να σου πει πως όλα θα πάνε καλά, να σε σκεπάσει, να σου δώσει ένα φιλί, να πάρεις το αρκουδάκι σου αγκαλιά και να κοιμηθείς. Να είναι όλα ένας εφιάλτης. 

Μα, ξυπνάς πάλι το επόμενο πρωί και είναι όλα μουντά, χαζεύεις για λίγο τη θάλασσα που απλώνεται αγέρωχη, ήσυχη, ανέμελη και ανενόχλητη από το κάθε τι μπροστά σου, θες να της χαμογελάσεις, να πας στην ακρογιαλιά, να τρέξεις, να ξεχάσεις, να βουτήξεις, να πλυθείς από τις σκέψεις, να ξεπλυθείς από την θλίψη, να αφήσεις το αλάτι και τον ήλιο να σε κάψουν, να μη συναντήσεις κανέναν άνθρωπο, καμιά γυάλα, τις βαρέθηκες πια όλες αυτές. 

Ελπίζεις να εξαφανιστούν τα σύννεφα, να ανοίξει ο δρόμος που έχει αποκλειστεί, να πάρεις το ποδήλατό σου και να οδηγηθείς, όσο αντέχεις και όσο σε αντέχει, με τους ρυθμούς που θέλεις στον προορισμό που θα δημιουργείται καθώς προχωράς και θα χτίζεται όσο ονειρεύεσαι και προσπαθείς.

Ελπίζεις.. 
σε εκείνο το χαμόγελο. Προσπαθείς να πιστέψεις σε αυτό, το ξέρεις πως θα επιστρέψει. 
Απλά..
βοήθησέ το να φανεί, μη το τρομάζεις.

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Ηλιαχτίδα


Θέλω να σου γράψω.
Θέλω να σου πω πολλά.
Θέλω να σε μαλώσω, να σε συγχαρώ, να σε αγκαλιάσω,να σου πω ότι σε αγαπώ.

Ξέρω πως με ενέπνευσες.
Ξέρω πως εξέπληξες.
Ξέρω πως με απογοήτευσες, πως με ενθάρρυνες, με κέρδισες, με λάτρεψες γνωρίζοντάς με.

Ας κάτσουμε..
ή καλύτερα, ας τρέξουμε, ας μας παρασύρει ο άνεμος, να μας πετάξει στη θάλασσα, να κολυμπήσουμε γυμνοί, να καούμε στον ήλιο, να μας δροσίσει το φεγγάρι και να μας αγκαλιάσει το κύμα. Και όταν κουραστούμε.. τότε που οι ανάσες μας θα είναι γρήγορες, μελαγχολικές, ζεστές και αλατισμένες από τις εμπειρίες, να κάτσουμε σε εκείνη την καλύβα, να βραχούμε από τη νεροποντή, να δακρύσουμε από τις αναμνήσεις, να αγκαλιάσουμε τις επιλογές μας και να αποφασίσουμε το μέλλον μας. Εκεί στην κρύα και βρεγμένη άσπρη αμμουδιά να χαράξουμε την πορεία μας. Θα είναι αρωματισμένη από τις σκέψεις, τους φόβους και τις επιθυμίες μας. Θα ακολουθεί τη μια στροφή μετά την άλλη, δε θα ξέρουμε πόσο ακόμη θα τραβήξει, θα κοιτάξουμε τα αστέρια να μας βοηθήσουν. Ξέρουμε πόσο δύσκολο θα είναι να αποφασίσουμε, μα.. θα κάτσουμε για μια στιγμή, θα αδειάσουμε το μυαλό μας, θα χαμογελάσουμε, θα κλάψουμε και εκεί στη σφιχτή αγκαλιά μας, θα αποφασίσουμε τον κόσμο που θα αναζητήσουμε και την στεριά που θα θέλουμε να ξυπνάμε.. 
Γιατί τη νύχτα όλα είναι σκοτεινά, όλα μοιάζουν λίγο τρομακτικά, λίγο απόμακρα και εθιστικά, μα τη μέρα, η αχτίδα που θα γλείφει τα χείλια μας, θα φιλάει το μάγουλό μας και θα τσούζει τα μάτια μας, αυτή την αχτίδα πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε. Αυτή η αχτίδα θα φωτίζει τις μέρες μας, αυτή θα αποφασίσει πότε τα λουλούδια στον κήπο μας θα είναι μελαγχολικά και πότε θα λάμπουν στην χαρά του φωτός, πότε θα δακρύσουν και πότε θα αφήσουν τον χρόνο να τα παρασύρει.

Θέλω εκείνη τη μέρα να ξαπλώσεις δίπλα μου, να με πάρεις αγκαλιά, να μου πεις πως μ' αγαπάς, να μου ψιθυρίσεις το όνειρό σου και να ελπίζω να ταιριάξει με το δικό μου.

Ξέρω πως θα ζητάω πολλά, πως τα όνειρα είναι προσωπικά και τίποτα δε πρέπει να τα επηρεάσει, γι αυτό δε θα δακρύσω, μονάχα θα σου πω.. 

"Ό,τι αγαπάς η αχτίδα να φέρει και όποιο όνειρο αναζητάς εγώ μαζί σου θα ελπίζω και ας είναι το μαζί τόσο μακριά, όσο τα χελιδόνια ταξιδεύουν, ξέρω την άνοιξη πάλι θα 'ρθουν".

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Just smile!



Περασμένες δώδεκα πια, η νύχτα ζεστή και το χαμόγελο εμφανές στο πρόσωπό σου. Μου είχε λείψει ξέρεις, πολύ. Σου πάει, κοίταξε γύρω σου, τα χελιδόνια τραγουδάνε μαζί σου, οι τουλίπες ανθίζουν στο φως σου κι εσύ, γεμίζεις τη ζωή μου ευτυχία. Βρήκες το δρόμο σου τελικά. Αναρωτιέμαι αν ήταν εκείνα τα σκοτεινά δρομάκια που σε έβγαλαν κάπου, εκείνος ο πόνος της απώλειας, το μαράζι του έρωτα, ή απλά ο χρόνος. Μπορεί να ήταν και όλα. Δε με ενδιαφέρει πια, μου αρκεί που έφτιαξες τη διαδρομή που ονειρεύτηκες, που την ακολουθείς και την καθοδηγείς, της δείχνεις το δρόμο και σου γελά πονηρά, εκείνη και τα ψηλόλιγνα πράσινα δέντρα της. Κι ας έχεις αυτό το σπαστικό βούισμα της μέλισσας στο αυτί σου, ξέρεις είναι αναγκαίο για την ευτυχία σου, για τη διαδρομή σου. Προχωράς και σε ακολουθώ τυφλά, ποια λογική και ποιο συναίσθημα, είσαι όλα μαζί, τόσο αρμονικά μπλεγμένα, τόσο ονειρικά συνδεδεμένα. Η ευτυχία σου απερίγραπτη, με παρασέρνει, με στριφογυρίζει και με πετάει ψηλά.

Ας χορέψουμε επιτέλους! Εγώ, εσύ και η ζωή μας.
Ας χαμογελάσουμε! Εγώ, εκείνος και τα όνειρά μας.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Your love.





Θέλω εκείνη τη βόλτα, εκείνη τη νύχτα, τη θάλασσα που αγάπησα. Εσένα που αγκάλιασα. Αυτό. Εκείνες τις ματζόρε νότες που έμαθα αγκαλιά με τις μινόρε. Μόνο αυτό θέλω. Κι αυτή την καταιγίδα συναισθημάτων με τη μυρωδιά βανίλιας και τη ζέστη που πρόσφερες μαζί με την ψυχή σου.

Αυτό το βράδυ μου λείπεις εσύ κι εκείνη η στιγμή. Η ζάλη από τα ποτά και η δροσιά από τα πεύκα, τα μπερδεμένα αστέρια που φώτιζαν τα μάτια σου. Η δροσιά των αναμνήσεων που δημιουργούσαμε και οι σκέψεις μας. Η σιωπή μας.

Μα τώρα ξέρω, ξέρω βαθιά μέσα μου, ότι έρχεται το πρωί, η αφόρητη ζέστη, το τελευταίο χαμόγελο, η τελευταία ελπίδα. Φύγε πριν ξυπνήσω, μη μου πεις καλημέρα κι ας ήταν η πιο όμορφη που άκουσα ποτέ. Σήκω ήσυχα, όσο ήσυχα ξάπλωσες και εξαφανίσου.


Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μινόρε


Τη ρωτάω, "γιατί;" και κοιταζόμαστε δειλά, ντροπιασμένα, εγώ για τον εαυτό της κι εκείνη για το δικό μου. Πονάω, ψιθυρίζει. Αυτή η υπέροχη γεύση που δε μπόρεσε ποτέ να γευτεί, αυτό το υπέροχο. Βλέπεις, πως έχει φύγει, ξεκάθαρα, τώρα πια το ξέρεις και αυτό σε πονάει ακόμη περισσότερο. 

Λυπάμαι. Με κοιτάς ικετευτικά και σε κοιτώ ανήμπορη, μουδιασμένη σε κάθε μου διάσταση, αδύνατη να ψιθυρίσω, ανίκανη να σε οδηγήσω. Ο χώρος γεμίζει μουσική και εσύ παίρνεις το αυτοκίνητό σου και χάνεσαι στη σιωπή της νύχτας, στο μινόρε παίξιμο του βουβού αυτού δρόμου. Η μουσική του δυνατή, ικανή, σχεδόν, να πνίξει το γιατί στο κρυστάλλινο δάκρυ σου, αυτό που κυλάει ανενόχλητο και σβήνει στα σφιγμένα σου χείλη. Για μια στιγμή σταματάς, κοιτάς τον ουρανό, τα αστέρια.. ψάχνεις μια ελπίδα, μια σπίθα, μα η νύχτα είναι βαριά, βαθιά στο μαύρο της πέπλο, στην αγκαλιά της μοναξιάς της. Εσύ, ω εσύ, προσπαθείς να της κάνεις λίγη παρέα, ελπίζοντας για τη λύτρωση, για το ταξίδι μακριά από εδώ, εκεί που το γιατί δεν υπάρχει, δεν έχει λόγο να δακρύσει στο μάγουλό σου. 
Όχι, όχι.. μη φεύγεις όνειρο.. κάτσε ένα λεπτό, μονάχα ένα. Δώσε μου κάτι να συνεχίσω, σε παρακαλώ. Όχι ξανά..

Κι εκεί νιώθεις ένα χέρι βαρύ να σε χαστουκίζει στο πρόσωπο, είναι ο εαυτός σου που λυσσάει για τη λύτρωση, τη διαφυγή και σε παρακαλεί, σε υποτάσσει, σε διώχνει με όποιο τρόπο μπορεί, σε στέλνει στο τίποτα, μήπως και δημιουργήσεις το δρόμο της διαφυγής σου, της επιστροφής σου, στον εαυτό που σε προσκαλεί, στην ευτυχία που ξέρεις πια να επιλέγεις. 

Δειλά, μα τα καταφέρνεις.


Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Το μονόγραμμα




Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει: 

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς. 



Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.




Το μονόγραμμα,
Οδυσσέας Ελύτης

Y.Γ. Πρόσθεσα αρκετές στροφές ακόμη, διότι δυσκολεύτηκα να διαλέξω κάποιες..

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Καληνύχτα..

Όλη μας η ζωή στιγμές,  στιγμές γεμάτες με μυρωδιές και ρουμπινί χρώματα, στιγμές ικανές για να θυμάσαι, για να μαζεύεις σε εκείνο το μουσικό κουτί που σου είχε χαρίσει κάποτε Εκείνος. Σκέφτομαι μερικές φορές εκείνον τον παππούλη που είχε ένα χαμόγελο και ένα δάκρυ να μου δώσει, μα άφηνε στον αποχωρισμό του ένα μειδίαμα, ένα μειδίαμα τόσο γλυκό που θαρρούσες πως θα κρατούσε λιγάκι ακόμη, λιγάκι παραπάνω, έστω για μια φορά. Μα, μόλις χανόταν από τον ορίζοντα, χανόσουν κι εσύ μαζί του σε εκείνα τα χρώματα της ανατολής, που σε τυφλώνανε.

Είναι εκείνες οι μέρες που το φως του δεν είναι αρκετό, ψάχνεις για λίγο παραπάνω, λίγη ζέστη ακόμη και ας είσαι στη μέση του καλοκαιριού και εκείνες οι μέρες που αυτό το αμυδρό φως που καταφέρνει να σκίσει τα σύννεφα, διαπερνά κι εσένα μαζί, σε τυφλώνει. Αναζητείς μια βόλτα εκεί, εκεί δίπλα στη θάλασσα, να μοιραστείτε τις ιστορίες σας, ίσως να περιμένεις και τη θάλασσα να σου φωνάξει τις δικές της αναμνήσεις, ξέρεις πως, θα απαλύνουν αυτό το συναίσθημα, αυτό που πάει και έρχεται και σε διαπερνά, σε προσπερνά και σε γονατίζει.
Αυτό το ίδιο που μόλις σηκωθείς, μόλις τα καταφέρεις, θα παραμονεύει σε εκείνο το κύμα, εκείνο το ήρεμο κυματάκι που ακολουθούσε την ιστορία, για να σε ρίξει πάλι πίσω, πίσω σε εκείνη τη θάλασσα, σε εκείνο το νησί που σου θύμισε πόσο όμορφο είναι το απλό, το δικό σου.



Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

«Ξυπόλητος στα συντρίμμια ενός έρωτα»


-  Σε περιμένω έξω από το σινεμά.

-  Ξεκινάω.

Είχε ξεχάσει πώς είναι να συνομιλεί μαζί της. Όλον αυτό τον καιρό προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπό της, αφήνοντας το χρόνο να κάνει καλά τη δουλειά του. Τώρα θα την έβλεπε ξανά.
Είχε ξεχάσει πώς είναι να είναι ερωτευμένος μαζί της.

Είχε πιει πολύ. Το ποτό άλλωστε είχε αποδειχθεί ο πιο πιστός φίλος του.
Νιώθει μια σκιά να πλησιάζει. Ήταν εκείνη. Την αγκαλιάζει δίχως δεύτερη σκέψη, ίσως και δίχως πρώτη.
Πόσο ξένος φάνταζε αυτός ο ίδιος άνθρωπος μέσα στην αγκαλιά του!

-  Λοιπόν, τι θες;

-  Τι να θέλω ρε Τάνια;

Έδειχνε να εκνευρίζεται μαζί της, λες και εκείνη θα όφειλε να ξέρει την απάντηση. Εκείνος όμως ήξερε πως ο θυμός του προέρχονταν από την αδυναμία του να απαντήσει: τι επιζητούσε στα συντρίμμια ενός έρωτα;
Την κοιτούσε κατάματα, λες και δεν θα την έβλεπε ποτέ ξανά. Προσπαθούσε να ανιχνεύσει τον έρωτα. Τον αγαπούσε άραγε όπως τότε;

-  Ορέστη, δώσε μου λίγο χρόνο. Συνέβησαν τόσα πολλά.

-  Πώς μπορείς να είσαι τόσο ψυχρή;

-  Ο πόνος δεν είναι προνόμιο αποκλειστικά δικό σου.

Σιωπή. Ύστερα σκόρπιες λέξεις, χωρίς συνοχή.
Έτσι, να μην μιλά κανείς για τον έρωτα, απλώς να τον υπονοεί. Να γίνεται αισθητή η παρουσία του, απλώς και μόνο με την απουσία του.

Έφτασε σπίτι τσακισμένος,  όχι τόσο για αυτά που ξεστόμισε, ούτε για τα λάθη του, που στην τελική τον κρατούσαν ζωντανό. Ήταν συντετριμμένος για εκείνα που φώλιαζαν μέσα του.
Έκλαψε.
Όχι για εκείνα που συνέβησαν, αλλά για εκείνα που είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.
Έκλαψε για εκείνα, που δεν θα συμβούν ποτέ πια.




Πηγή: http://3pointmagazine.gr/ , της Χρύσας Βαϊνανίδη


Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Βραβειάκι

Ευχαριστούμε πολύ την Σκορπίνα για την τιμητική που μας έδωσε!

Καλούμαστε λοιπόν, να πούμε 7 πράγματα για τον εαυτό μας.

Αναλαμβάνω τη σκυτάλη,

1. Λατρεύω τα μαθηματικά και την αστροφυσική.
2. Λατρεύω τα ταξίδια.
3. Είμαι αρκετά επίμονη όταν νομίζω πως έχω δίκιο. Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές έχω κι έτσι αποφεύγονται ήπιες συγκρούσεις! :-p
4. Συχνά ζω στον δικό μου κόσμο, ένα αρνητικό βέβαια αυτού, είναι πως περιμένω ότι ο κόσμος θα αλλάξει, αλλά έχει και τις καλές του στιγμές.
5. Πιστεύω στον άνθρωπο και σε αυτά που έχει να προσφέρει, αν και με λυπεί το γεγονός πως ο ίδιος ο άνθρωπος δε πιστεύει στον εαυτό του -αρκετές φορές με λυπεί και ο εαυτός μου.
6. Αγαπάω τη βροχή και τη θάλασσα και ιδιαίτερα το συνδυασμό τους, σαν να διηγούνται την ιστορία μου/τους.
7. Θα μπορούσα κάλλιστα -εντάξει ίσως και να μην μπορούσα! :-p - να είχα πει εγώ το παρακάτω: «Ήρθαμε στον κόσμο, όχι για να πάρουμε ό,τι έχει η ζωή για τον εαυτό μας, μα και για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τη ζωή των άλλων πιο ευτυχισμένη.» Γουίλιαμ Όσλερ


Και δίνω τη σκυτάλη στον Εφιάλτη,

1. Δεν μου είναι εύκολο να δώσω χαρακτηριστικά του ευατού μου.
2. Είμαι ξεροκέφαλος, επίμονος.
3. Πιστεύω στους ανθρώπους με ίδια ευκολία που με κάνουν καχύποπτο.
4. Λατρεύω και εγώ τα ταξίδια αλλά με μηχανή.
5. Πολλές φορές ο κόσμος μου δε συμπτίτει καθόλου με τον κόσμο των άλλων και κάνει τη ζωή τους πιο δύσκολη και όταν γίνει η σύγκρουση βγαίνουν οι αλήθειες.
6. Μου αρέσει το διάβασμα και να γράφω. (αν και έχω να γράψω καιρό).
7. Δε ξέρω αν το 7 χαρακτηριστικό είναι ένα απόφθεγμα που πρέπει να γράψουμε, αλλά θα διαφωνήσω με τη Μένια και το τελευταίο που έγραψε γιατί μπορεί να ερχόμαστε στη ζωή για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τους άλλους πιο ευτυχισμένους αλλά ζωή δε είναι μόνο να δίνεις γιατί σου μένει ένα παράπονο, ένα κενό και το κενό είναι χειρότερο από μια ζωή γεμάτη εμπειρίες . Η ζωή είναι μια ανταλλαγή ιδέων, οι εμπειρίες είναι σημαντικές να τις μοιραζόμαστε και να κάνουμε τον εαυτό μας πιο συσταλμένο, βέβαια η ζωή μας καθορίζεται λίγο πολύ από τη ζωή των άλλων, ζωή δίχως συνανθρώπους μας είναι ένα τίποτα, άρα πρέπει πρώτα να φτιάξουμε τον εαυτό μας. Μάλλον το 7 χαρακτηριστικό είναι ότι διαφωνώ σε απόψεις αν και μερικές φορές δε το εκφράζω και τα κρατώ μέσα μου.

Τώρα δε ξέρω πως πάει το παιχνίδι αν πρέπει να προσκαλέσουμε κάποιον, όποιος θέλει μπορεί να πάρει τη σκυτάλη και να συνεχίσει.

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

περίπατος


Και η λάμψη ξαφνικά χάνεται. Τόσο ξαφνικά που τρομάζει.
Και είναι αυτό το ρίγος που σε διαπερνά. Αυτό το δάκρυ που κυλά.
Και ελπίζεις πως κάτι έγινε λάθος. Αυτή τη στιγμή που το δάκρυ στεγνώνει στο κρύο μάγουλό σου.
Μα πέρασαν τόσα δάκρυα και τίποτα δε μοιάζει λάθος πια. Το ρίγος γίνεται μια παγωνιά σαν αυτές που μόνο μια αγκαλιά μπορεί να ζεστάνει. Μα αυτή η αγκαλιά λείπει. Όμως, αυτή τη φορά.. μοιάζει τόσο λάθος, τόσο αναπάντεχο, τόσο..
Θαρρούσες πως τούτη η θλίψη δε θα επέστρεφε σύντομα, μα ήρθε πάλι τόσο κοντά σου και είσαι τόσο αδύναμη για να την αποφύγεις. Τόσο.. ξαφνιασμένη. Τι όνειρο πάλι σκέφτηκες καρδιά μου; Τι; γιατί να στεναχωρηθείς τόσο; Πες μου σε παρακαλώ.

Μα δες πώς χάνεται ένα χαμόγελο στη σκοτεινή μου ψυχή.. Επιστρέφεις εκεί που.. νόμιζες πως είχες φύγει.. πιο δυναμικά από ποτέ. Δε θέλω. Όχι ξανά. Όχι.

γέρνεις στο πλάι
και σπας
άθελα δακρύζεις
και φοβάσαι

τι σε φοβίζει;
η επιστροφή σε εκείνον το θάνατο.
δε θα συμβεί.
έχει ήδη αρχίσει να κινείται και το σκοτάδι πλησιάζει τόσο απειλητικό αυτή τη φορά. Τόσο αγέρωχο με αυτό το ανέκφραστο βλέμμα, το κενό. Ανατριχιάζεις. Ρίγος πάλι. Παγωνιά. Αναζητείς αυτόν τον παππούλη, μα.. δε τον βλέπεις πουθενά. Ίσως χάθηκε και αυτός στο κενό σου βλέμμα. Δε ξέρω πια.
Σε ακολουθεί ξανά εκείνη η σκιά και πώς να την αποφύγεις που δε φοβάται το σκοτάδι; Και δε θες να ανοίξεις το φως μήπως και σε πληγώσει. Αποχωρείς ξανά σε εκείνη τη γωνιά, κάθεσαι στο δρόμο που χάθηκες για ακόμη μια φορά, τα δέντρα ψηλά και αυστηρά σε αγκαλιάζουν αφήνοντας μινόρε νότες να γεμίζουν το στενάκι αυτής της ψυχής.
Γέρνεις.. και αφήνεις ένα δάκρυ πριν σε σκεπάσει η παγωνιά με το πιο ζεστό της πέπλο.


Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Λάμψη


Ταυτίζεσαι πια με τον Οδυσσέα, μπαίνεις στο πρώτο καράβι και φεύγεις για την Τροία ή την Ιθάκη, σημασία πια δεν έχει ο προορισμός, τον είχες χάσει από καιρό, σημασία έχει το ταξίδι. Θαρρείς πως θα είσαι μόνη σε αυτό το καράβι, όχι γιατί δεν βρήκες άνθρωπο να σε ακολουθήσει, αλλά γιατί δεν βρήκες τον εαυτό σου ακόμη. Μα..

Δυο μάτια καρφωμένα
ένα χαμόγελο μικρό
μια αγκαλιά ανοιχτή
και ένα όνειρο κρυφό

Δεν είναι όνειρο,
είμαστε εμείς
εμείς μαζί.

Σαστίζεις και αναρωτιέσαι
αν ζεις ή αν πέθανες..
ή μήπως τελικά
βρήκες συνταξιδιώτη;

Χαμογελάς χαζά,
σου έλειψε αυτό.
Σιωπάς κι αγναντεύεις τον κόσμο
μέσα από μια αγκαλιά

Τι κι αν κάποιες φορές δε ξέρεις πού θα σε βγάλει; Απόψε η νύχτα είναι όμορφη, εκείνη η σκιά ανύπαρκτη κι εσύ.... ω εσύ, σχεδόν ευτυχισμένη.
Σχεδόν..;
Ευτυχισμένες στιγμές που ελπίζεις να διαρκέσουν, που ελπίζεις να κρατήσουν την αίσθηση της μυρωδιάς εκείνου του κρασιού που γεύεσαι αργά και δε θέλεις να μοιάσει με το προηγούμενο.

Γιατί.. προσπαθείς να δεις πως, δεν μπορείς να ανακαλύψεις νέους ωκεανούς αν δεν έχεις το κουράγιο να χάσεις την ακτή από τα μάτια σου.



Καλό ταξίδι..

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Τώρα

Και να που οι μνήμες μας ξαναζωντανεύουν
τώρα που χάνεσαι μέσα στο πέλαγος.
Κάθε δάκρυ να σου θυμίζει πως η θάλασσα
είναι ένα μακρινό ταξίδι, τώρα που τα ταξίδια μας
δε θα πραγματοποιηθούν, τώρα που ανακαλύπτεις
πως η πραγματικότητα είναι ένα ψέμα μέσα σε κάποιο άλλο.
Δε θα είναι μακριά η χώρα της γέννησης μας, τα δάκρυα των πολλών
είναι η ευχαρίστηση των λίγων, για αυτό μη με κάνεις να δακρύζω άλλο.
Δέξου αυτό το τελευταίο φιλί, τώρα που η γη σε παίρνει όλο και πιο μακριά μου,
που ο χρόνος θα με κάνει να σε θέλω πιο πολύ, τώρα που η απόσταση με σκοτώνει.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Θλίψη


Σταμάτα πια να ψάχνεις, δε κουράστηκες αυτή την αναζήτηση; Μπορεί χθες να σου γελούσε, μα σήμερα ξέχασε το πως και πώς να την συγχωρέσεις για αυτό; Όταν ούτε πια αυτό το χαμόγελο δε σου χαρίζει. Και πώς μπόρεσες να αφήσεις τόσους ανθρώπους να περάσουν; Ήδη πια το μέτρημα δε χωρά στη μία παλάμη.. Σταμάτα πια να ταξίδευεις, η ζωή δεν είναι παραμύθι και αυτή δεν είναι η ιστορία αγάπης σου, δε πρέπει να είναι. Μπορείς να κοιτάξεις τον ουρανό μόνος σου το βράδυ και να μη τη σκεφτείς, μπορείς να το καταφέρεις για μια φορά και ίσως την επόμενη να μη φοβηθείς τόσο. Γραπώσου σε μια αγκαλιά και μη σκεφτείς, μην αφήσεις τον εαυτό σου να προλάβει, για μια φορά σταμάτα να είσαι οδηγός, απλά οδηγήσου. Πόσο πια μπορεί να πονέσει; Μάθε να ξεχωρίζεις τη γρατσουνιά ενός τριαντάφυλλου και ενός πεθαμένου έρωτα. Νιώθω τον πόνο σου, μα άντεξες τόσα και άλλωστε ποτέ δε θα χορέψετε αυτό το τανγκό μαζί παρά μόνο στα όνειρά σου που σε ξυπνάνε τρομαγμένο το πρωί, τόσο που το όνειρο μοιάζει με εφιάλτη, τόσο που έχεις μπερδέψει την ευτυχία με τη θλίψη.
Πιες αυτό το κρασί και μίλα μου, ξέρω πως οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί, μα τόσα λόγια μέσα στη σιωπή είναι χειρότερα. Για σένα. Για εμάς. Και τα δάκρυα που δεν ρίχνεις, πλημμυρίζουν τις σκέψεις μου. Μπορεί αυτό που τελικά τόσο καιρό σε κρατάει πίσω να είναι που αγαπάς να αισθάνεσαι. Θυμάσαι τότε που σου διάβαζα εκείνο το βιβλίο; Θυμάσαι που σου είπα: Ο πιο βαθύς τρόπος για να αισθανθούμε κάτι είναι να υποφέρουμε γι' αυτό; Μπορώ πλέον να καταλάβω απόλυτα γιατί στέκεσαι στην άκρη του γκρεμού, αλλά αυτή η ζάλη που σε κάνει να νομίζεις πως κινείσαι, είναι απλά μια παραίσθηση. Δως μου το χέρι σου, άκου το φεγγάρι που ουρλιάζει κι ακολούθα το δάκρυ του. Θα φύγουμε μαζί από εδώ, στο υπόσχομαι.



Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος,

αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου.

Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.

Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.

Τάσος Λειβαδίτης

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Φιλί που αγάπησες

Δε νιώθεις το ξέρω, δεν αισθάνεσαι όπως οι

άλλοι, στην απόλαυση θα σταθείς μια στιγμή

αλλά δες τις μάγισσες κάνουν τους πάγους να παίρνουν

φωτιά και δες έφτασες στο τελευταίο σκαλί.

Φίλοι και γνωστοί χαιρετούν αυτό το καημό

φεύγεις όπως και ο πόνος, που άλλοτε

χρύσωνες τώρα είναι μόνος, στείρος.

Από το γκρεμό σε χωρίζει ένα φιλί

δως του την τελευταία παράσταση από το δικό σου κορμί

από την πείρα σου, κράτα μόνο αυτό που θες

μην στερήσεις όμως το φιλί που αγάπησες.